Οι αστοί σε αναζήτηση Ηγεμόνα

Pasted Graphic 4
από το rproject της 24ης Ιουλίου 2017
Από άρθρο του Βήματος μαθαίνουμε ότι υπάρχει στους κόλπους της αστικής τάξης, μια επιχειρηματική μερίδα με εξαιρετικές επιδόσεις, η οποία θα έπρεπε και αξίζει να αναλάβει τον ρόλο του Ηγεμόνα. Πρόκειται για μερίδα των σύγχρονων επιχειρήσεων που “προέβη στη δημιουργία μιας κίνησης η οποία φέρει τον τίτλο Ελληνική Παραγωγή (…) Ο συγκεκριμένος κύκλος, στον οποίο συμμετέχουν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως η ΑΓΕΤ, η ΕΛΒΑΛ, οι Ελληνικοί Λευκόλιθοι, η Επίλεκτος, οι Βωξίτες ΕΛΜΙΝ, η Νάσιοναλ Καν, η Χαλκόρ, οι Σύνδεσμοι Βιομηχανιών Αττικής, Θεσσαλίας, Βορείου Ελλάδος, Πελοποννήσου και άλλοι, θεωρεί ότι οικονομίες με ισχυρή βιομηχανική παραγωγική βάση έχουν αποδειχθεί πιο ανθεκτικές στις οικονομικές κρίσεις και συμβάλλουν τα μέγιστα στη συνοχή των κοινωνιών. Και επιμένει ότι στις παρούσες συνθήκες της μεγάλης κρίσης έχει εξαιρετική σημασία η ανάπτυξη και πάλι του βιομηχανικού μεταποιητικού τομέα. Την οποία σκοπεύει να διεκδικήσει με δυναμικό τρόπο” (“Η εξέγερση των βιομηχάνων”, Το Βήμα, 25/06/2017). Έχουμε μείνει με την απορία τώρα, πότε σκοπεύει να υλοποιήσει τις προθέσεις της, δηλαδή “να διεκδικήσει με δυναμικό τρόπο” την ανάπτυξη του βιομηχανικού τομέα, και η απορία μας οφείλεται στο γεγονός ότι μέχρι τώρα η αναμφισβήτητη ύπαρξη αυτής της δυναμικής μερίδας του επιχειρηματικού κόσμου δεν δίνει τον τόνο στη άθλια πορεία του ελληνικού καπιταλισμού μετά το 2008.
Μέχρι να υλοποιήσει τα σχέδιά της, αυτή η μερίδα του κεφαλαίου, δεν πρόκειται να καταλάβει ηγεμονική θέση στην ελληνική κοινωνία. Προς το παρόν, ο επίδοξος ηγεμόνας είναι γυμνός, για δύο λόγους: πρώτον, επειδή δεν έχει το οικονομικό εκτόπισμα χωρίς το οποίο κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονία, και δεύτερον, επειδή δεν είναι σε θέση να εκφωνήσει ηγεμονικό σχέδιο.
Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο, πόσο μικρό είναι αυτό το εκτόπισμα, μπορούμε να το δούμε στα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας: Το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών είναι ισοσκελισμένο στο σημερινό χαμηλό επίπεδο του ΑΕΠ (είναι δηλαδή κατά περίπου 25% χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2008). Αυτό σημαίνει ότι σε υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα παραγωγής το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών θα διευρυνόταν σε μη διατηρήσιμα επίπεδα (δηλαδή σε επίπεδα που θα καθιστούσαν τους όρους δανεισμού της χώρας ακόμη πιο δυσβάστακτους). Εάν το μέγεθος, το εκτόπισμα της σύγχρονης, δυναμικής μερίδας του επιχειρηματικού κόσμου ήταν σημαντικό, η αυξημένη ανταγωνιστικότητά της θα επέτρεπε στο εξωτερικό ισοζύγιο να ισορροπήσει σε υψηλότερα επίπεδα, όχι στο πολύ χαμηλό σημερινό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, εάν ήταν σημαντικού μεγέθους αυτή η σύγχρονη μερίδα του κεφαλαίου, δεν θα χρειαζόταν να συρρικνωθεί το ΑΕΠ περίπου στα 180 δισ. (έναντι 240 περίπου το 2008) για να ισοσκελίσουμε το εξωτερικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών. Ούτε θα χρειαζόταν για αυτό να καταβαραθρωθεί η εσωτερική ζήτηση στα σημερινά της επίπεδα που είναι συγκρίσιμα με αυτά του 2002. Η σύγχρονη μερίδα του κεφαλαίου είναι λοιπόν ένα ποντίκι που βρυχάται και το ζήτημα της ηγεμονίας παραμένει ανοιχτό στην έκβαση των ταξικών αγώνων: Με τα σημερινά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήματος κάθε προσπάθεια μετάβασης σε υψηλότερο επίπεδο του ΑΕΠ θα προσκρούει αναγκαστικά στο πρόβλημα των εξωτερικών ελλειμμάτων, τα οποία όμως δεν θα είναι ανεκτά στο μέλλον, ούτε από τις χρηματοπιστωτικές αγορές ούτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τουλάχιστον εφόσον τα ελλείμματα αυτά θα υπερβαίνουν το όριο μερικών μονάδων του ΑΕΠ. Όποια μερίδα του κεφαλαίου μπορέσει να λύσει αυτό το πρόβλημα, όντως θα μπορεί να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία. Μέχρι τότε, όμως, το στοίχημα για την ηγεμονία θα μένει ανοιχτό, τόσο για τις κυρίαρχες όσο και για τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις.
Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο λόγο για τον οποίο ο επίδοξος ηγεμόνας είναι γυμνός: η ηγεμονία δεν είναι ένα δωρεάν γεύμα. Πρέπει να βασίζεται σε ένα πολιτικό σχέδιο στο οποίο, αφενός μεν ολόκληρη η αστική τάξη θα αναγνώριζε το ταξικό συμφέρον της, αφετέρου δε οι εργαζόμενες και άλλες υποτελείς κοινωνικές τάξεις θα αναγνώριζαν κατ’ ελάχιστο κάποια βραχυπρόθεσμα συμφέροντά τους (όπως π.χ. ότι θα μειωθεί η ανεργία, η φτώχεια και η υλική στέρηση χάρη σε ένα σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης). Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί στην παρούσα ιστορική συγκυρία κατά την οποία η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, καταστρέφει όσα από αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Το συνολικό πάγιο κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας, το παραγωγικό της σύστημα βρίσκεται ακόμη σε πορεία συρρίκνωσης. Καταστρέφει έτσι μεμιάς, η τάξη των κεφαλαιοκρατών, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται στη φτώχεια και την απόγνωση, καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο -και τώρα το κάνει αδίστακτα. Αυτή όμως η στάση της συνθλίβει και τους όρους της πολιτικής της ηγεμονίας, διότι υπονομεύει τον βασικό ισχυρισμό κάθε ηγεμονίας πως το συμφέρον των κυρίαρχων ενισχύει ή εξασφαλίζει το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Πόσο πειστική μπορεί να είναι μια τάξη καπιταλιστών ως ηγεμόνας που αυξάνει την κερδοφορία της εδώ και μια ολόκληρη πενταετία χωρίς αυτό να οδηγεί σε επέκταση του παραγωγικού δυναμικού (βλ. διάγραμμα), επομένως και σε αύξηση της απασχόλησης και των μισθών; Μάλλον καθόλου.

Παιχνίδια πολέμου

Military Spending Greece slide 1
από το rproject της 11ης Ιουλίου 2017
Ο κύριος Πάνος και ο μικρός Αλέξης παίζουν παιχνίδια πολέμου με τους αλήτες της γειτονιάς, δηλαδή της Ανατολικής Μεσογείου, τους χουνταίους της Αιγύπτου και τον εφιαλτικό Νετανιάχου.
Τα παιχνίδια τους όμως έχουν κόστος για εμάς, όχι μόνο πολιτικό αλλά και οικονομικό: Την ίδια τη χρονιά που ανέλαβαν την κυβέρνηση, οι στρατιωτικές δαπάνες παρουσίασαν αύξηση κατά περίπου 9% σε όγκο και το 2016 ξανά κατά 0,8%, δηλαδή περίπου 10% στη διετία 2015-2016 (όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο αυτό είναι από το Stockholm International Peace Research Institute). Πρόκειται για περίπου τετρακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ ή 0,3% του ελληνικού ΑΕΠ. Προφανώς δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι χωρίς αυτές τις δαπάνες το 3,5% πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος που μας φόρτωσαν μαζί με την τρόικα θα μπορούσε να περιοριστεί σε 3,2% αν χαλιναγωγούσαν την ασυγκράτητη πολεμική ορμή τους.
Η αύξηση του 2015-2016 εμφανίζεται σαν μια περιορισμένη μεν πλην όμως ευδιάκριτη στροφή στο διάγραμμα που δείχνει τον όγκο των στρατιωτικών δαπανών (υπολογισμένες δηλαδή σε σταθερές τιμές), αλλά και στην καμπύλη του όγκου των στρατιωτικών δαπανών ανά κάτοικο παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών). Ως αποτέλεσμα αυτής της στροφής, οι δαπάνες ανέρχονταν, το 2016, σε περίπου 5 δισ. δολάρια που σημαίνει 720 δολάρια ετησίως ή 60 δολάρια μέσης μηνιαίας επιβάρυνσης ανά άτομο παραγωγικής ηλικίας.
Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι μετά από την θεαματική μείωση των στρατιωτικών δαπανών από το 2010 και μετά, μια συγκριτικά μικρή αύξηση διορθωτικού χαρακτήρα ήταν αναγκαία. Ωστόσο, ακόμη και μετά την κατακόρυφη μείωση των δαπανών αυτών στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας διατηρεί ακόμη μια θέση στο τοπ τεν της εκλεκτής παρέας των κυρίαρχων τάξεων του κόσμου που διατηρούν υπέρογκες “αμυντικές” δαπάνες (υπέρογκες σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητές της χώρας τους, δηλαδή ως ποσοστό του ΑΕΠ): Όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραμμα, η παρέα αποτελείται από τις “ελίτ” της Μέσης και Εγγύς Ανατολής, το ισραηλινό κράτος-μπάτσος, τους χουνταίους της Αιγύπτου και μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Τουρκία). Για την Ελλάδα, μια χώρα που πεθαίνει, με την έννοια ότι συρρικνώνεται το παραγωγικό της δυναμικό και μεταναστεύει (μάλλον αμετάκλητα) μεγάλη πλέον μερίδα του εργατικού της δυναμικού, και για τους λόγους αυτούς μικρές ελπίδες έχει να αποκολληθεί από τον πάτο του βαρελιού όπου έχει προσαράξει εδώ και τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, αποτελεί πολύ ακριβή πολυτέλεια να βρισκόμαστε ακόμη μέσα στις δέκα πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών με βάση τις στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Και στο άλλο διάγραμμα, που δείχνει την διαχρονική εξέλιξη του όγκου των στρατιωτικών δαπανών στην Ελλάδα ως ποσοστό των συνολικών δαπανών της γενικής κυβέρνησης (δημόσια διοίκηση, άμυνα και ασφαλιστικοί φορείς), φαίνεται ότι η μεγάλη μείωση της πενταετίας 2010-2014 επανέφερε τις εν λόγω δαπάνες πολύ κοντά στο επίπεδο των ετών 1986-1994, και ουσιαστικά αναίρεσε τα αποτελέσματα των δύο μεγάλων κυμάτων στρατιωτικού οίστρου των ετών 1995-2000 και 2004-2009 (τα οποία οδήγησαν τις στρατιωτικές δαπάνες στο ιστορικά υψηλό σημείο 9% των συνολικών δαπανών της γενικής κυβέρνησης και ως εκ τούτου συνέβαλαν δραματικά στην αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους και άρα στην οξύτητα της κρίσης που ακολούθησε).
Υπό αυτό το πρίσμα, πόσο προκλητικές μπορούμε να θεωρήσουμε τις προθέσεις του υπουργού Άμυνας (που δεν διαψεύδονται αρμοδίως) για προμήθεια νέων, πολυδάπανων εξοπλιστικών συστημάτων (μαχητικά F-35 από ΗΠΑ κ.λπ.);

Μικρό πορτρέτο της συγκυρίας: Μάιος 2017

(Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά, 17 Μαΐου 2017)
“Το 2016 σηματοδοτεί στροφή στην ανάπτυξη”, έλεγε τον Δεκέμβριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας, ακολουθώντας όλους τους προηγούμενους μνημονιακούς πρωθυπουργούς, αλλά και τους διεθνείς οργανισμούς, σε αυτό το παράξενο παιχνίδι όπου κάθε χρονιά αναγγέλλουν την πολυπόθητη ανάπτυξη για το επόμενο έτος. Στο ίδιο παιχνίδι επιδίδονται και εφέτος ο πρωθυπουργός και τα στελέχη της κυβέρνησης και του Σύριζα.
Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά. Η οικονομία έχει προσαράξει στον πυθμένα της θάλασσας και δεν μπορεί να αποκολληθεί παρά μόνο εάν κάποιος από μηχανής θεός ασκήσει έξωθεν την ευνοϊκή του δράση: Η καταστροφή παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα της οικονομικής συντριβής ανέρχεται σε 8% του συνόλου και θα ενταθεί περαιτέρω κατά το 2017-2018 (υπολογισμοί Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Είναι αυτό λίγο ή είναι πολύ; Ο Eric Hobsbawm αναφέρει ότι το συνολικό πάγιο κεφάλαιο στη Γαλλία και στην Ιταλία μειώθηκε στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κατά 8% και 7% αντίστοιχα. Το παραγωγικό σύστημα, λοιπόν, έχει συρρικνωθεί σε βαθμό που συναντάμε συνήθως σε καιρό πολέμου. Επιπλέον η διαδικασία της καταστροφής δεν έχει ολοκληρωθεί, βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και θα συνεχιστεί κατά το τρέχον και το επόμενο έτος (προβλέψεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Είναι μια διαδικασία “αποεπένδυσης”, με την έννοια ότι ο επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που πραγματοποιούνται είναι τόσο μικρές ώστε δεν φτάνουν ούτε για να αναπληρώσουν τις πάγιες παραγωγικές εγκαταστάσεις που αποσβένονται ή αποσύρονται από το παραγωγικό δυναμικό εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας ολόκληρων επιχειρήσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται ο συνολικός όγκος προϊόντος που θα ήμασταν σε θέση να παράγουμε ακόμη και εάν υπήρχε η απαραίτητη ζήτηση για τα προϊόντα μας (π.χ. μέσω μιας υποτίμησης του νομίσματος ή μέσω της άσκησης κεϋνσιανής πολιτικής αύξησης της ζήτησης). Πιο συγκεκριμένα, η παραγωγή ήταν 240 δις το 2008, κατά την έναρξη της κρίσης, και τώρα μπορούμε να παράγουμε μάξιμουμ 200. Η δε απασχόληση έχει συρρικνωθεί δραματικά και κάθε εργαζόμενος αμείβεται με πολύ χαμηλότερο μισθό, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη του συνόλου των μισθωτών να είναι καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα. Η ελληνική οικονομία όμως χρειάζεται τις αυξήσεις των μισθών για να αναπτυχθεί, διότι είναι μια οικονομία που ωθείται από τους μισθούς (Μαρσέλλου 2013, Onaran και Obst 2015).
Με αυτά τα δεδομένα, περιμένουν τώρα στην κυβέρνηση, τον από μηχανής θεό, δηλαδή την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης που θα σύρει (υποτίθεται) τις ελληνικές εξαγωγές και θα επιτρέψει στο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο να παραμείνει ισοσκελισμένο ή πολύ μικρό όπως είναι σήμερα (διότι αν διευρυνθεί θα απαιτηθούν νέα διαρθρωτικά μέτρα). Περιμένουν, επίσης, να ενεργοποιηθούν ξαφνικά τα ένστικτα των κεφαλαιοκρατών που μέσα στη διετία 2017-2018 θα κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα. Αυτά, μπορούν να συμβούν ή να μην συμβούν, διότι δεν εμπίπτουν στο βασίλειο της αναγκαιότητας αλλά του αστάθμητου, δεν απορρέουν από την ασκούμενη οικονομική και διαρθρωτική πολιτική, είναι μια ζαριά στην πράσινη τσόχα της Ιστορίας.
Το τοπίο με τη δική μας ματιά
Η ελληνική κρίση δεν θα διαρκέσει για πάντα. Είμαστε τώρα σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία αναδύεται, στην Ελλάδα, ένα νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, το οποίο αναδύεται βαθμιαία, ως αποτέλεσμα “δημιουργικής καταστροφής”. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι ήδη φανερά: Πρώτον, ένα μικρότερο παραγωγικό σύστημα που συντίθεται από μεγαλύτερες,“μυώδεις” και επιθετικές επιχειρήσεις που επέζησαν της κρίσης αφήνοντας πίσω τους, στα ερείπια της μεγάλης ύφεσης, μυριάδες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αλλά και έναν σημαντικό αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων. Δεύτερον, ένα εργατικό δυναμικό που αμείβεται με χαμηλούς μισθούς, που είναι απροστάτευτο, που στερείται δικαιωμάτων και γίνεται πειθήνιο με εργαλείο την εκτεταμένη και βαθιά ανασφάλεια. Τρίτον, ένα εξαθλιωμένο κοινωνικό κράτος, απογυμνωμένο σε μεγάλο βαθμό από τις βασικές προστατευτικές του λειτουργίες. Τέταρτον, μια κοινωνία στην οποία τα δύο τρίτα του πληθυσμού βρίσκονται σε κατάσταση επισφάλειας, υλικής στέρησης και φτώχειας ή επαπειλούμενης φτώχειας. Πέμπτον, μια διαρκή κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής που σπρώχνει στο κοινωνικό περιθώριο μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, εκείνες που αποκλείονται από τον κόσμο της αμειβόμενης εργασίας.
Σε ένα τέτοιο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας, το απόθεμα παγίου κεφαλαίου θα πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα τόσο χαμηλά όσο απαιτείται για να διατηρούνται άφθονες εργασιακές εφεδρείες, δηλαδή ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας ώστε να παραμένουν οι μισθοί τόσο χαμηλοί όσο απαιτείται για να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις κερδοφορίας του κεφαλαίου (οι οποίες απαιτήσεις καθορίζονται εν πολλοίς εξωγενώς, από τις αστάθμητες ορέξεις δηλαδή της τάξης των κεφαλαιοκρατών).
Επιπλέον, η ελληνική οικονομία είναι “κλειδωμένη” σε μια κατάσταση μειωμένου παραγωγικού συστήματος εξαιτίας της υποχρέωσης να διατηρεί στο εξής, και για πολλά χρόνια ακόμα, βιώσιμο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό το άγρυπνο μάτι του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου:
αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, συνέπεια.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, η ύπαρξη ενός ευμεγέθους εφεδρικού εργατικού δυναμικού, η υψηλή ανεργία και η υποαπασχόληση, οι επισφαλώς εργαζόμενοι και οι αποθαρρημένοι που σταμάτησαν να αναζητούν εργασία, είναι στοιχεία κεντρικά του καθεστώτος εκμετάλλευσης που αναδύεται στην Ελλάδα, διότι λειτουργούν ως μηχανισμός πειθάρχησης των υποτελών κοινωνικών τάξεων.
Πιο συγκεκριμένα, στην καρδιά αυτού το καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας, βρίσκουμε δύο πειθαρχικούς μηχανισμούς: έναν στην αγορά εργασίας και έναν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου (στις χρηματοπιστωτικές αγορές):
Οι χρηματωπιστωτικές αγορές έχουν τώρα κεντρικό ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης διότι επιβλέπουν τα μεμονωμένα κεφάλαια, θέτουν στόχους κερδοφορίας για αυτά, και τιμωρούν τις επιχειρήσεις που αποκλίνουν από αυτά. Θέτουν με δυο λόγια τους όρους και την ένταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης —και τους θέτουν με βάση τις αστάθμητες ορέξεις των κεφαλαιοκρατών. Αυτές οι λειτουργίες το χρηματιστικού κεφαλαίου συγκροτούν τον
χρηματοπιστωτικό μηχανισμό κοινωνικής πειθαρχίας που επιβάλλει την εντατική εκμετάλλευση της εργασίας υπό την μορφή μιας πολιτικής που υποτίθεται ότι δεν έχει εναλλακτική (there-is-no-alternative). Στο σημείο αυτό, οι εργαζόμενοι έρχονται αντιμέτωποι με έναν δεύτερο μηχανισμό κοινωνικής πειθαρχίας, που είναι ο μηχανισμός πειθάρχησης της μισθωτής εργασίας: Υπακούστε στον δεσποτισμό του εργοδότη, εργαστείτε αποτελεσματικά και πειθαρχημένα ή αντιμετωπίστε τις σκληρές συνέπειες της ανεργίας, της ανασφάλειας, της φτώχειας, της επιδείνωσης της υγείας, της σύντομης ζωής και όλα τα δεινά που αυτά επισύρουν.
Ωστόσο, αυτό το αναδυόμενο
πρότυπο πειθαρχικού νεοφιλελευθερισμού, που συμπυκνώνει τους δύο παραπάνω μηχανισμούς πειθάρχησης στις αυθαίρετες ορέξεις των κατόχων κεφαλαίου, ενσωματώνει ως στοιχείο χτισμένο μέσα στο σώμα του, ως προπατορικό αμάρτημα, την συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των αυθαίρετων απαιτήσεων του αποχαλινωμένου κεφαλαίου και της κοινωνικής αναπαραγωγής, της ανάγκης των υποτελών κοινωνικών τάξεων να ζουν σε συνθήκες υλικής επάρκειας που θα επιτρέπουν στον καθένα να έχει και ηθική επάρκεια, να συμμετέχει δηλαδή στην κοινωνική ζωή και να συμμετέχει με όρους αξιοπρέπειας. Εξαιτίας αυτής της αντίθεσης, το καθεστώς του πειθαρχικού νεοφιλελευθερισμού καθίσταται εγγενώς ασταθές: με άλλα λόγια είναι ένα καθεστώς σε μόνιμη κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής. Και το σημαντικότερο: αυτό ανοίγει διαρκώς το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας, δηλαδή θέτει σε αμφισβήτηση την ικανότητα της άρχουσας τάξης να κυβερνά με βάση ένα σχέδιο στο οποίο να αναγνωρίζει το συμφέρον της η πλειοψηφία της κοινωνίας, επομένως και πλατιές μάζες των υποτελών κοινωνικών τάξεων.
Με δυο λόγια, μια
τάση διαρκούς ηγεμονικής κρίσης ενυπάρχει, ως μόνιμο, διαρθρωτικό στοιχείο, στη καρδιά του νεοφιλελεύθερου πειθαρχικού καθεστώτος. Η τάση αυτή συνοδεύεται από την αντίρροπη τάση προς την παθητικότητα των υποτελών κοινωνικών τάξεων, η οποία εκπορεύεται από την ανεργία, την φτώχεια, την υλική στέρηση κλπ που αποδιοργανώνουν την πολιτικοποίηση, την κινητοποίηση την στράτευση, τις ατομικές ηθικές δυνάμεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Τόσο η τάση διαρκούς ηγεμονικής κρίσης, όσο και η αντιτιθέμενη σε αυτήν παθητικοποίηση που την αποδυναμώνει εκπορεύονται από την ίδια αιτία: την ατελή, δυσλειτουργική, διακεκομμένη κοινωνική αναπαραγωγή, την αποδιοργάνωση των χαρτογραφημένων περιοχών της καθημερινής ζωής των υποτελών κοινωνικών τάξεων, από την ίδια γνήσια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, την κρίση μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται πλέον να αναπαράγει τα βασικά υλικά στοιχεία και τις ηθικές προϋποθέσεις της ύπαρξής της. Η κρίση αυτή, παράγει λοιπόν ανταγωνισμό και παθητικότητα επίσης.
Ποιά από τις δύο θα επικρατήσει είναι αβέβαιο, διότι δεν υπάρχει καμιά αναγκαιότητα χτισμένη μέσα στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που είναι ο καπιταλισμός για να καθορίσει ποιά από τις δύο τάσεις, ο ανταγωνισμός ή η παθητικότητα, τελικά θα επικρατήσει. Ποια θα επικρατήσει είναι αστάθμητο και το κενό θα καλύψουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες (και ο από μηχανής θεός).

Η δραχμή, ο πολεμικός καπιταλισμός και εμείς

russian avant garde
(δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά)
Μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, ας πούμε της δραχμής, για να είναι επιτυχημένη από την άποψη των δυνάμεων της εργασίας
πρέπει να συντρέχουν προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι παίξε-γέλασε, είναι ρήξεις και διαρθρωτικές αλλαγές που εκ των πραγμάτων θα πρέπει να πλήττουν το κεφαλαιοκρατικό σύστημα στον πυρήνα του. Με άλλα λόγια, η υποτίμηση του νομίσματος θα είναι κόκκινη ή αλλιώς θα αποβεί σε βάρος των υποτελών κοινωνικών τάξεων, θα επιδεινώσει την ήδη δυσβάστακτη μείωση των μισθών και θα επιτείνει την φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων —και μια τέτοια υποτίμηση του νομίσματος καθόλου δεν μας ενδιαφέρει.
Ωστόσο, η πρόσφατη έκθεση των συντρόφων Μαριόλη και Λαπαβίτσα, που βρίσκεται αυτές τις ημέρες στην επικαιρότητα του εξωκοινοβουλευτικού αριστερού χώρου, αποφεύγει επιμελώς να αναφερθεί σε κοινωνικές τάξεις και μιλάει για την “αποτυχία της νομισματικής ένωσης και τα δηλητηριώδη αποτελέσματα που είχε στις Ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες” εκεί που έπρεπε να μιλήσει για την νομισματική ένωση ως ισχυρό όπλο των αστικών τάξεων της Ευρώπης και της συμμαχίας τους για να κλείσουν σε μια ιστορική παρένθεση τα εργατικά συνδικάτα, τις πολιτικές οργανώσεις των εργαζόμενων τάξεων και το Ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό κίνημα. Η έννοια των κοινωνικών τάξεων αναφέρεται μόνον μία φορά στο κείμενο των εκατόν κάτι σελίδων της έκθεσης, και αυτό μάλιστα προκειμένου να αντιληφθεί ο αναγνώστης ότι οι εργαζόμενες τάξεις στην Γερμανία έχουν θέσει τον εαυτό τους κάτω από την ομπρέλα της αστικής τάξης. Κατόπιν τούτου, ο αναγνώστης της έκθεσης, έχοντας χάσει τις ελπίδες του για κάθε ταξική ανάλυση καλείται από το κείμενο να βυθιστεί σε ένα θεωρητικό σχήμα όπου πρυτανεύει, όχι μεν ρητά αλλά αρκούντως ευδιάκριτα, η έννοια της “πάλης των εθνών” -αντί της πάλης των τάξεων.
Αυτό δεν μένει χωρίς συνέπειες: η ανάλυση του Θοδωρή Μαριόλη, χάρη στην εντιμότητα που την διακρίνει, αναγκάζεται σε δυο τουλάχιστον σημεία να επανεισάγει την ταξική πάλη σιωπηλά όμως και με ακραία αμηχανία: εθνικοποίηση μέρους του παραγωγικού συστήματος, διά νόμου επαναφορά της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής και μερικά άλλα. Συγκροτεί έτσι μια παράδοξη πρόταση πολιτικής, όπου η τάξη των καπιταλιστών διατηρεί μεν την ιδιοκτησία της στα μέσα παραγωγής, το διευθυντικό δικαίωμα να καθορίζει τις τιμές και τον όγκο της απασχόλησης στις μονάδες παραγωγής, πλην όμως μετατρέπεται σε μια παθητική ύπαρξη που όχι μόνο υπομένει τις αποφάσεις της αριστερής κυβέρνησης αλλά συνεχίζει κιόλας να παράγει και να επενδύει “κανονικά”. Πώς μπορεί όμως κάποιος να ισχυριστεί κάτι τέτοιο; Μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο εάν υιοθετήσει, όπως ο Θοδωρής Μαριόλης, μια παραδοχή που του επιτρέπει να προεξοφλεί ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα θα αυξάνονται
και οι μισθοί και τα κέρδη χάρη στην χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού και του εργατικού δυναμικού που σήμερα παραμένουν αχρησιμοποίητα. Με τέτοιους όρους μπορεί κάποιος να ασκήσει κεϋνσιανή πολιτική και πολιτική “εθνικής συνεννόησης”. Συμβαίνει, όμως, πράγματι έτσι; Υπάρχει, άραγε, άφθονο αχρησιμοποίητο εργατικό και παραγωγικό δυναμικό;
Τέτοιο δυναμικό υπήρχε το 2012-2014, και τότε ο συλλογισμός θα ήταν ισχυρός. Έκτοτε όμως απαξιώνεται και αποσύρεται από το παραγωγικό σύστημα ένα σημαντικό μέρος του συνολικού παγίου κεφαλαίου με το οποίο μπορούμε να αυξήσουμε τον όγκο του προϊόντος. Αυτό τουλάχιστον μας δείχνουν τόσο οι υπολογισμοί του ΟΟΣΑ όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (και δεν έχουμε κάποιο λόγο να αμφισβητήσουμε τους υπολογισμούς αυτούς): Η τρέχουσα παραγωγή βρίσκεται περίπου 10% κάτω από την μέγιστη δυνατή παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να ξεφύγουν είτε τα ελλείμματα στο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών είτε ο πληθωρισμός. Ο Θοδωρής Μαριόλης επικαλείται μια μελέτη του Olenev, η οποία παραμένει αδημοσίευτη (εξ όσων γνωρίζω) και της οποίας επομένως δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πιστοποιητικά εγκυρότητας. Μέχρι τότε, είναι πολύ δύσκολο να δεχτούμε αυτό που ισχυρίζεται η αδημοσίευτη μελέτη του Olenev, δηλαδή ότι περίπου το 50% του παραγωγικού συστήματος παρέμενε αχρησιμοποίητο κατά το 2014. Ούτε είναι εύκολο να δεχθούμε την παραδοχή της έκθεσης Μαριόλη και Λαπαβίτσα ότι σήμερα το αντίστοιχο αργούν παραγωγικό δυναμικό ανέρχεται σε περίπου 30%, για τον πολύ απλό λόγο ότι το ΑΕΠ μειώθηκε στη διάρκεια της κρίσης περίπου κατά το 1/4 και το παραγωγικό σύστημα, όπως όλοι γνωρίζουν, δεν επεκτείνεται αλλά συρρικνώνεται.
Εάν το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας είναι σήμερα της τάξης του 10%, τότε μια αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να θέσει την ελληνική οικονομία σε μια τροχιά παρόμοια με αυτή της Κυπριακής οικονομίας, που ξεκινώντας και αυτή με ένα παραγωγικό κενό περίπου 10% θα το έχει εξαντλήσει μέσα σε δυόμισι χρόνια (πιθανότατα μέσα στο επόμενο καλοκαίρι ή το φθινόπωρο). Αυτά πάνω-κάτω είναι και τα περιθώρια που θα είχε η προτεινόμενη πολιτική από την έκθεση Μαριόλη και Λαπαβίτσα για να επιτύχει μια
πολιτική με στρατηγικές αξιώσεις σε έναν βραχύ ορίζοντα που χωράνε μόνο τακτικές κινήσεις. Πολύ αργά, σύντροφοι, βρισκόμαστε ήδη σε συνθήκες πολεμικού καπιταλισμού και ο κεϋνσιανός συμβιβασμός είναι αδύνατος.
Ας προσθέσουμε σε αυτά κάτι ακόμη που δεν υπολογίζει η έκθεση: ότι συνεχίζεται η εκροή εργατικού δυναμικού από τη χώρα με αποτέλεσμα να μειώνεται το ποσοστό ανεργίας και να στενεύουν τα περιθώρια περαιτέρω μεγάλης μείωσης των μισθών από τους εργοδότες. Αυτό φέρνει ακόμη πιο κοντά το σημείο εξάντλησης κάθε πολιτικής win-win, κάθε περίοδο κεϋνσιανής συμφωνίας κατά την οποία μπορούν να αυξάνονται τα κέρδη ου μην και οι μισθοί.
Ας μην έχουμε αυταπάτες λοιπόν: Η αναδιανομή υπέρ της εργασίας με εργαλείο την υποτίμηση είναι σήμερα στόχος με έντονο ταξικό περιεχόμενο, με όρους ταξικού πολέμου, αναφέρεται απευθείας στην αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, και ως εκ τούτου θα διαιρέσει στα δύο την “Πατρίδα”, την "κοινωνική πλειοψηφία" και τον “Λαό" μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει νόημα η πρόταση της έκθεσης Μαριόλη και Λαπαβίτσα είναι να ανασυγκροτηθεί σε ταξική βάση, της οποίας το περίγραμμα θα μπορούσε να έχει ως εξής:
  • Θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η κεφαλαιοκρατική τάξη της χώρας ασκεί μια πολιτική καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων επειδή αυτές, ως κεφάλαιο, δεν μπορούν να αποδώσουν την κερδοφορία που επιθυμεί η άρχουσα τάξη. Έτσι, το παραγωγικό σύστημα συρρικνώνεται και καθίσταται ανίκανο να απορροφήσει μεγάλο μέρος από την ανεργία, ακόμη και εάν χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του. Όσο περισσότερο παραγωγικό δυναμικό καταστρέφεται τόσο μεγαλύτερη και πιο δύσκολη θα είναι η προσπάθεια να μειώσουμε στη συνέχεια την ανεργία.
  • Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, οι εργαζόμενες τάξεις οφείλουν να διασώσουν το παραγωγικό δυναμικό, όχι ως ιδιοκτησία της τάξης των καπιταλιστών αλλά ως κοινωνική ιδιοκτησία. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, δεν μας απομένουν άλλες επιλογές εκτός από τον δρόμο που μας δείχνει η ΒΙΟΜΕ. Θα πρέπει δηλαδή να ενθαρρύνουμε, να ενισχύσουμε και να εργαστούμε σκληρά για να περάσουν στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων όσες επιχειρήσεις εγκαταλείπονται από τους ιδιοκτήτες τους. Επομένως, η περίπτωση της ΒΙΟΜΕ, δεν αφορά μόνο την δυνατότητα των εργαζομένων σε αυτήν να απασχοληθούν και να επιβιώσουν, ούτε εξαντλείται η σημασία της στο μεγάλο συμβολικό φορτίο του εγχειρήματος. Υποδεικνύει και με ποιο τρόπο οι εργαζόμενες τάξεις θα μπορούσαν να διασώσουν ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού προκειμένου να έχει νόημα και αποτελεσματικότητα η υποτίμηση του νομίσματος ή όποια άλλη πολιτική αύξησης της ζήτησης που θα αποσκοπούσε στη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας. Κάθε επιχείρηση που εγκαταλείπεται από τα αφεντικά πρέπει, λοιπόν, να περνάει στα χέρια των εργαζομένων. Οι προϋποθέσεις δεν είναι λίγες: θα πρέπει να υπάρξει συνδικαλιστική, νομική, ιδεολογική, ηθική, πολιτική και επιστημονική στήριξη των εργαζομένων που θα θελήσουν να πάρουν στα χέρια τους τις ορφανές επιχειρήσεις. Μια υποτίμηση που θα είναι επιτυχημένη για εμάς, με την έννοια ότι θα αυξήσει το ΑΕΠ, την απασχόληση και τους μισθούς, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να θίξουμε τα ιερά και τα όσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: το δικαίωμα του καπιταλιστή να διευθύνει εκείνος και μόνον εκείνος την παραγωγή, να την οργανώνει και να καρπώνεται τα οφέλη, να αποφασίζει τι και πώς θα παράγουμε εμείς, οι άμεσοι παραγωγοί, για λογαριασμό του και προς όφελός του. Προηγείται, λοιπόν, της μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια, η οποία θα ακολουθήσει την υποτίμηση του νομίσματος, η μάχη για την ανάκτηση του παραγωγικού δυναμικού από τις δυνάμεις της εργασίας. Είναι μια μάχη που προηγείται μιας ενδεχόμενης υποτίμησης του νομίσματος, και επομένως ανήκει στα άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικών, αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.
Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ταξικό αντικαπιταλιστικό πλαίσιο μπορούμε να μιλήσουμε, όχι μόνο πολιτικά αλλά και επιστημονικά, για τα ζητήματα στα οποία προσπαθεί να απαντήσει η έκθεση των συντρόφων Μαριόλη και Λαπαβίτσα εν κενώ ταξικής πάλης.

Όταν η κρίση συνάντησε τους πρόσφυγες

banner333
Το πάγιο κεφάλαιο στην Ελλάδα συρρικνώνεται, κάθε μονάδα κεφαλαίου απασχολεί λιγότερους εργαζόμενους επειδή υπο-απασχολείται, κάθε εργαζόμενος αμείβεται με χαμηλότερο μισθό. Βρίσκεται έτσι σε εξέλιξη μια κρίση αναπαραγωγής των εργαζόμενων κοινωνικών τάξεων. Εκ παραλλήλου, βρίσκονται σε διαδικασία κατάρρευσης τα κανάλια του κοινωνικού κράτους με τα οποία διοχετεύει πόρους και υπηρεσίες για την συντήρηση και την αναπαραγωγή των μη εργαζόμενων υποτελών κοινωνικών ομάδων (συνταξιούχων, ανέργων, νεολαίας εργατικής προέλευσης και άλλων). Ένας αυξανόμενος πλεονάζων πληθυσμός δεν μπορεί να ενταχθεί στη διαδικασία της συσσώρευσης ή δεν μπορεί να συντηρηθεί από τα έσοδα που αυτή δημιουργεί όταν διευρύνεται. Μια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται σε εξέλιξη: Η κοινωνία μας όπως την γνωρίζαμε αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες να αναπαραχθεί και πλησιάζει ένα νέο σημείο διαρθρωτικών μετατοπίσεων. Ούτε η θρυλική "ανάπτυξη" θα μπορέσει (εάν και όταν εμφανιστεί) να αναχαιτίσει εύκολα την κρίση αναπαραγωγής, καθώς όλες οι προβλέψεις αναφέρονται σε μακροχρόνιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ μάξιμουμ 2% ανά έτος (με εξαίρεση τα δύο πρώτα χρόνια, όταν λόγω της εκκίνησης ενδέχεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του προϊόντος να υπερβεί το 2%). Εξάλλου η "ανάπτυξη" έχει προ πολλού και με όλους τους τρόπους αποσυνδεθεί από την βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων: όλα τα οφέλη πηγαίνουν στο Κεφάλαιο. Οι πιθανότητες μιας ανοιχτής κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα είναι λοιπόν μεγάλες.
Γνωρίζουμε από την ιστορία του καπιταλισμού ότι τέτοιου είδους συνθήκες απαιτούν την κρατική διαχείριση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ώστε αυτές να εκτοπισθούν, προς τα έξω (με την μετανάστευση και τη μείωση του προσδόκιμου ζωής), είτε προς τα μέσα δημιουργώντας χώρους εσωτερικής “κοινωνικής εξορίας” (προάστια- αποθήκες ανθρώπινων μαζών χωρίς μέλλον, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα εργασίας, τοίχοι που αποκλείουν τους φτωχούς / μακροχρόνια ανέργους / ηλικιωμένους / μετανάστες και λοιπούς πλεονάζοντες από τον χώρο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, αστικοί χώροι που εγκαταλείπονται από την κρατική εξουσία στην παραβατικότητα και την εγκληματικότητα, φυλακές και λοιποί χώροι εγκλεισμού, μορφές διάχυτης φτώχειας και αποκλεισμού στις γειτονιές κλπ). Καλείται στο προσκήνιο η βιοπολιτική, δηλαδή η διαχείριση των πληθυσμών με τρόπους που να διασώζουν το τμήμα εκείνο της καπιταλιστικής κοινωνίας που διατηρεί ακόμη την εσωτερική συνοχή που της προσφέρει η συσσώρευση κεφαλαίου.
Σε αυτήν ακριβώς τη φάση της κρίσης, όταν βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα, όταν δηλαδή η αστική τάξη, ως κυρίαρχη τάξη, δεν διασφαλίζει τους όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων ούτε καν μέσα στους όρους της δουλείας τους στο κεφάλαιο, σε αυτό ακριβώς το σημείο πραγματοποιείται η συνάντηση της κρίσης με το προσφυγικό ζήτημα.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, θα πρέπει να δούμε την διαχείριση των προσφυγικών ροών, ιδιαίτερα από χθες, σαν ένα πείραμα βιοπολιτικής, όχι με την έννοια ότι κάποιος το σχεδίασε όπως σε ένα εργαστήριο για να παρατηρήσει τα αποτελέσματα, αλλά σαν μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο η οποία θα διδάξει στην εξουσία τις πιθανές μορφές και κυρίως τις τεχνικές που θα χρησιμοποιήσει για να στείλει σε χώρους κοινωνικής εξορίας τον πλεονάζοντα πληθυσμό που παράγει η κρίση εάν αυτός υπερβεί ένα κρίσιμο κατώφλι.
Η διαχείριση των προσφυγικών ροών, ιδιαίτερα από χθες, είναι λοιπόν και διαδικασία εκμάθησης του Κράτους στις τεχνικές της βιοπολιτικής που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στον πλεονάζοντα πληθυσμό εάν αυτός διογκωθεί απειλητικά. Οι απελάσεις ξεκίνησαν με τους πρόσφυγες, ή ακριβέστερα με τους πιο ευάλωτους μεταξύ των προσφύγων. Αν δεν καταφέρουμε να τους σταματήσουμε θα έχουμε αφήσει την εξουσία να εξοπλιστεί με τις γνώσεις που θα χρειάζεται για να στείλει, αυτή τη φορά, άλλες πληθυσμιακές ομάδες που δεν θα είναι πρόσφυγες, στις δικές τους κοινωνικές εξορίες —και η πιθανότητα να κάνει όντως χρήση αυτών των τεχνικών είναι μεγάλη.
Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δεν δημιουργεί όμως μόνο αυτήν την τάση ανάπτυξης χώρων εσωτερικής κοινωνικής εξορίας του πλεονάζοντος πληθυσμού. Δημιουργεί και αντικειμενικές συνθήκες για μια ηγεμονική κρίση που θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την εξουσία της αστικής τάξης. Αναλυτικότερα, η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον στη φτώχεια, την απόγνωση και μελλοντικά πιθανότατα σε κοινωνική εξορία. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Διατηρεί επομένως το δικαίωμα να καταστρέφει τις ίδιες τις ζωές μας, και τώρα το κάνει αδίστακτα, και μάλιστα χωρίς προοπτική να σταματήσει ο εφιάλτης.
Το ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης. Διαμορφώνεται έτσι μια πολιτική συγκυρία στην οποία ο αντικαπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης. Όχι σαν ιδεολογικό statement, όπως κάνουν μια ζωή οι αριστεριστές ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία, αλλά επειδή έχει έρθει η ιστορική στιγμή που οι ίδιες οι συνθήκες είναι ανατρεπτικές.
Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δημιουργεί λοιπόν δύο αντιφατικές τάσεις: Την τάση της περιθωριοποίησης μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων σε χώρους εσωτερικής κοινωνικής εξορίας αφενός, και την τάση της κρίσης ηγεμονίας της αστικής τάξης. Ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει της άλλης εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία αυτές οι δύο θα αναπτυχθούν —και αυτό με τη σειρά του εξαρτάται από τον δικό μας πολιτικό αγώνα.

Οι προϋποθέσεις μιας κόκκινης υποτίμησης

blue-painting-by-wassily-kandinsky-osa468
από το περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 3, Χειμώνας 2016

1. Η υποτίμηση του νομίσματος και η μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια

Στο άρθρο αυτό αναλύεται ο τυπικός μηχανισμός μιας νομισματικής υποτίμησης και προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε η υποτίμηση να συμβάλει στην ανάκτηση του χαμένου εισοδήματος εργασίας που προκλήθηκε από τη μνημονιακή πολιτική. Προκύπτει από την ανάλυση ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις περιλαμβάνουν ρήξεις και διαρθρωτικές αλλαγές που εκ των πραγμάτων θα πλήττουν το κεφαλαιοκρατικό σύστημα στον πυρήνα του. Αλλιώς, η υποτίμηση μπορεί κάλλιστα να αποβεί σε βάρος των υποτελών κοινωνικών τάξεων, να επιδεινώσει την ήδη δυσβάστακτη μείωση των μισθών και να επιτείνει την φτωχοποίηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων.
Με άλλα λόγια, η υποτίμηση του νομίσματος δεν συνοδεύεται από κάποια εγγύηση ότι θα οδηγήσει σε βελτίωση του εισοδηματικού μεριδίου της μισθωτής εργασίας: η αναδιανομή του προϊόντος που συνοδεύει κάθε νομισματική υποτίμηση είναι επίδικο αντικείμενο του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια. Για να επιτευχθεί δε ένας ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων υπέρ της εργασίας, η υποτίμηση πρέπει να συνοδεύεται από ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών αλλαγών στην οικονομία και την κοινωνία.
Αναλυτικότερα, τα πράγματα έχουν ως εξής:
Σε μια κεφαλαιοκρατική οικονομία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι (και οι αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις τους) διαθέτουν διαπραγματευτική ισχύ την οποία χρησιμοποιούν προκειμένου να ιδιοποιηθούν ένα μεγαλύτερο μερίδιό του ΑΕΠ: οι μεν μισθωτοί επιχειρούν να αυξήσουν το μερίδιο της εργασίας, οι δε επιχειρήσεις το μερίδιο των κερδών. Όταν ο όγκος του ΑΕΠ δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση των μισθωτών επί του προϊόντος, ταυτοχρόνως δε κα την αντίστοιχη απαίτηση των επιχειρήσεων, εκκινά μια διελκυστίνδα όπου κάθε πλευρά επιχειρεί να διασφαλίσει την απαίτησή της κάνοντας χρήση της διαπραγματευτικής της ισχύος: οι μεν μισθωτοί επιδιώκουν υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς, οι δε επιχειρήσεις υψηλότερες τιμές. Εκδιπλώνεται τότε μια αλυσίδα διαδοχικών αυξήσεων των τιμών και των μισθών, και στο τέλος αυτής της μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια διαμορφώνεται η τελική διανομή του προϊόντος (η αναλογία μισθών / κερδών πριν να παρέμβουν με τους φόρους και τις δαπάνες οι αναδιανεμητικές λειτουργίες του κράτους). Αυτή η τελική διανομή εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των μισθωτών) και των αγορών προϊόντων (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των επιχειρήσεων).
Η υποτίμηση του νομίσματος πυροδοτεί μια μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια, διότι καθιστά ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα, με αποτέλεσμα να διατίθεται για την αγορά τους ένα μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ και να είναι μειωμένο το τμήμα εκείνο του ΑΕΠ που μπορεί να διατεθεί για διανομή μεταξύ επιχειρήσεων και μισθωτών. Με άλλα λόγια, ο όγκος του ΑΕΠ δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση των μισθωτών επί του προϊόντος, ταυτοχρόνως δε και την αντίστοιχη απαίτηση των επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό αναπτύσσεται, μεταξύ των δύο πλευρών, μια μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια του κεφαλαίου και της εργασίας, μια μάχη κατά την οποία κάθε πλευρά μπορεί να ρίξει στη ζυγαριά του ανταγωνισμού τόσο βάρος όσο της επιτρέπουν τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς στην οποία πουλάει τα εμπορεύματά της, δηλαδή στην αγορά εργασίας όπου οι μισθωτοί πουλούν την εργασιακή τους δύναμη έναντι μισθού, και στις αγορές προϊόντων όπου οι επιχειρήσεις πουλούν τα εμπορεύματά τους έναντι τιμής. Οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας αποσκοπούν στη μείωση της διαπραγματευτικής ικανότητας των μισθωτών ώστε να επιτευχθεί μια διανομή του προϊόντος ευνοϊκή για τα κέρδη. Μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα έπρεπε να επιβάλλει διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων (στους κλάδους παραγωγής, στις μορφές του ανταγωνισμού, στις μορφές ιδιοκτησίας κ.ά.) ώστε να μειώνει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών και να ευνοεί έτσι τις εργαζόμενες τάξεις στην μάχη τους για την αύξηση του δικού τους μεριδίου.
Ως εκ τούτου, η υποτίμηση του νομίσματος επισύρει έναν ανταγωνισμό που είναι ταξικός διότι αφορά τον επιμερισμό του προϊόντος μεταξύ κερδών και μισθών: στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια, που πυροδοτείται από μιαν υποτίμηση του νομίσματος, οι δύο αντιτιθέμενες πλευρές είναι το κεφάλαιο και η εργασία. Για τον λόγο αυτό αποτελεί χίμαιρα ο σχεδιασμός μιας κάποιας υποτίμησης που θα βασίζεται σε πατριωτικές, προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις, διότι η ίδια η υποτίμηση χαράσσει μια διαχωριστική γραμμή ένθεν κακείθεν της οποίας παρατάσσονται, εκ των πραγμάτων, οι αντιτιθέμενες κοινωνικές δυνάμεις που έχουν εισόδημα από εργασία από τη μια και εισόδημα από κέρδη, τόκους και προσόδους (από την υπεραξία δηλαδή) από την άλλη. Η αναδιανομή υπέρ της εργασίας με εργαλείο την υποτίμηση είναι στόχος με έντονο ταξικό περιεχόμενο, αναφέρεται απευθείας στην αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας, και ως εκ τούτου θα διαιρέσει στα δύο την "πατρίδα", την "κοινωνική πλειοψηφία" και τον "λαό".
Η υποτίμηση του νομίσματος μπορεί λοιπόν να είναι ένα πολύτιμο εργαλείο των κοινωνικών αγώνων των υποτελών κοινωνικών τάξεων, μόνον υπό τον όρο ότι θα συνοδεύεται από διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές προϊόντων, στον ανταγωνισμό, τις μορφές ιδιοκτησίας, οι οποίες θα ευνοούν συστηματικά τη διαπραγματευτική ισχύ των δυνάμεων της εργασίας στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια.
Όμως για ποιές αλλαγές συγκεκριμένα πρόκειται; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαία η ανάλυση της τυπικής διαδικασίας της υποτίμησης του νομίσματος.
2. Οι τέσσερις φάσεις της υποτίμησης

Μια τυπική διαδικασία υποτίμησης περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις:
Στη διάρκεια της πρώτης φάσης, η συναλλαγματική ισοτιμία μεταβάλλεται, είτε ως αποτέλεσμα κυβερνητικής απόφασης είτε ως αποτέλεσμα αγορών και πωλήσεων συναλλάγματος στις χρηματιστικές αγορές. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος καθιστά αυτομάτως ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα σε σύγκριση με τα εγχώρια, και προκαλεί μια καταρχάς μείωση των πραγματικών μισθών.
Στη διάρκεια της δεύτερης φάσης, σχηματίζονται οι τιμές με βάση τα νέα δεδομένα, δηλαδή τις υψηλότερες τιμές εισαγομένων. Στη φάση αυτή ενδεχομένως βελτιώνεται το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή η διαφορά εξαγωγών - εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών) σε συνάρτηση με τις νέες τιμές, το μέγεθος του αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού, και την εξωτερική ζήτηση (για την οποία θα θεωρήσουμε στα επόμενα ότι παραμένει σταθερή). Στο τέλος της φάσης αυτής, η ενδεχόμενη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου οδηγεί σε αύξηση της συνολικής ζήτησης και επακόλουθα του ΑΕΠ και της απασχόλησης.
Στη διάρκεια της τρίτης φάσης, σχηματίζονται οι μισθοί ως απάντηση στις μεταβολές των τιμών και της απασχόλησης.
Στην τέταρτη φάση, η οικονομία διέρχεται μιας σειράς διαδοχικών προσαρμογών των τιμών και των μισθών (δηλαδή μιας σειράς κύκλων όπου κάθε κύκλος εκκινά με τη δεύτερη φάση και ολοκληρώνεται με την τέταρτη) έως ότου ο συσχετισμός δυνάμεων στη μάχη για τα μερίδια εργασίας φτάσει σε κατάσταση ισορροπίας.
Φάση 1: Αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αύξηση των τιμών των εισαγωγών, μείωση του πραγματικού μισθού
Κατά τη πρώτη φάση της διαδικασίας της υποτίμησης, επέρχεται η αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η οποία αυξάνει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πόσο μεγάλη θα είναι η υποτίμηση.
Με βάση όσα γνωρίζουμε γενικά για τις υποτιμήσεις, η πιθανότερη έκβαση είναι ότι μετά από την αρχική υποτίμηση, για την οποία όλοι αναμένουμε ότι μάλλον θα είναι πολύ μεγάλη, θα ακολουθήσει περίοδος προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα καταλήξει σε μια τελική απώλεια της οποίας το μέσο εκτιμώμενο μέγεθος για την Ελλάδα, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, είναι της τάξης του 10% έως 20%. Αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι όσο θα βελτιώνεται το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό την επίδραση των ευνοϊκότερων τιμών των προϊόντων, θα αυξάνονται το ΑΕΠ και η απασχόληση, θα ενισχύεται το εθνικό νόμισμα μέσα από το παιχνίδι των χρηματιστικών αγορών και η αρχική υποτίμηση θα τείνει να περιοριστεί. Στο τέλος της διαδικασίας η ισοτιμία θα ισορροπήσει στο σημείο εκείνο που αντιστοιχεί στην παραγωγική ισχύ της χώρας και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της.
Το μέγεθος της υποτίμησης θα είναι και το μέγεθος της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, για ένα νοικοκυριό μισθωτών του οποίου το καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που είναι αναγκαίο για την διαβίωσή του περιλαμβάνει 25% εισαγόμενα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ανέρχεται σε 3,75% για υποτίμηση του νομίσματος κατά 15%. Εάν αποφασίσει να υποκαταστήσει κάποια εισαγόμενα με εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνσή του θα είναι μικρότερη. Σε βάθος δεκαετίας θα υπάρξουν και άλλες μειώσεις οι οποίες όμως θα ακολουθούν φθίνουσα πορεία.
Στην επιβάρυνση αυτή των νοικοκυριών θα πρέπει να προσθέσουμε και την επιβάρυνση που θα προέλθει από την αύξηση των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών (αγαθών και υπηρεσιών) η οποία θα αυξήσει κατά τι τις τιμές των εγχώριων προϊόντων.
Η πρώτη φάση της υποτίμησης του νομίσματος συνοψίζεται στο παρακάτω σχήμα.

Ωστόσο, η μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών εξαιτίας μιας νομισματικής υποτίμησης είναι το πρώτο βήμα σε μια αλυσίδα οικονομικών επιπτώσεων, αναδράσεων, διακλαδώσεων και ανοιχτών δυνατοτήτων --διότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς "μια αιτία φέρνει ένα αποτέλεσμα", είναι ένα σύνολο μεγεθών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέσεων αιτιότητας. Έτσι, όταν αλλάζει ένα μέγεθος (π.χ. η συναλλαγματική ισοτιμία) η οικονομία υφίσταται μια διαταραχή που γίνεται το σημείο εκκίνησης σειράς επιπτώσεων που διαχέονται στο οικονομικό κύκλωμα μέσω διάφορων καναλιών. Εξετάζουμε παρακάτω τα κυριότερα από αυτά.
Φάση 2: Ο σχηματισμός των εγχώριων τιμών, του εξωτερικού ισοζυγίου, του ΑΕΠ και της απασχόλησης
Στη δεύτερη φάση της υποτίμησης του νομίσματος, οι επιχειρήσεις θέτουν τις τιμές τους λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί. Είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι οι εγχώριες τιμές στην Ελλάδα καθορίζονται μόνο με βάση την εξέλιξη των στοιχείων του κόστους. Οι αντιδράσεις των επιχειρήσεων μιας ορισμένης χώρας στις μεταβολές των διεθνών τιμών λαμβάνουν δύο ακραίες μορφές: Η πρώτη ακραία αντίδραση, είναι ο καθορισμός της τιμής ανεξάρτητα από τις μεταβολές των διεθνών τιμών και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η εν λόγω χώρα λαμβάνει υπ' όψη της αποκλειστικά τις μεταβολές στο δικό της κόστος παραγωγής. Η δεύτερη ακραία αντίδραση, είναι ο καθορισμός της τιμής ακολουθώντας τις τιμές του ανταγωνισμού, ανεξάρτητα δηλαδή από τις μεταβολές του εγχώριου κόστους. Η συνηθέστερη περίπτωση είναι η ενδιάμεση, όπου οι εγχώριες τιμές καθορίζονται μεταξύ κόστους και τιμών του ανταγωνισμού. Ο παράγοντας που καθορίζει σε πιο βαθμό οι εγχώριες επιχειρήσεις θα ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους με τις τιμές του ανταγωνισμού ή με το κόστος εξαρτάται από τον βαθμό αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή πόσο μεγάλο είναι το εγκατεστημένο δυναμικό τους που έχει τεθεί σε αργία λόγω μειωμένης ζήτησης. Πιο αναλυτικά, μετά από την υποτίμηση ενός νομίσματος μπορούν να συμβούν τα εξής:
Εάν οι επιχειρήσεις διαθέτουν υψηλό αχρησιμοποίητο δυναμικό θα επιδιώξουν να αυξήσουν κυρίως τις πωλήσεις τους και τον όγκο της παραγωγής επωφελούμενες από τις ευνοϊκές τιμές που έχουν διαμορφωθεί χάρη στην υποτίμηση του νομίσματος και οι οποίες τους επιτρέπουν να ανακτήσουν μερίδια αγοράς. Οι επιχειρήσεις, έχοντας άφθονο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό και βλέποντας το βιβλίο των παραγγελιών τους να γεμίζει θα αυξήσουν την παραγωγή τους, και όταν αυτή φτάσει σε κάποιο επίπεδο θα προχωρήσουν σε προσλήψεις για να καλύψουν τις πρόσθετες ανάγκες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα δούμε το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο (αγαθών και υπηρεσιών) να βελτιώνεται, την συνολική ζήτηση να αυξάνεται, το ΑΕΠ και τον αριθμό απασχολουμένων να μεγεθύνονται.
Εάν όμως οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις ώστε να μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους, τότε θα αυξήσουν τις τιμές τους σε επίπεδο ελαφρώς κατώτερο από στις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων ώστε να αυξήσουν τα κέρδη τους χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν μερίδια αγοράς από τον ανταγωνισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα δούμε μεταβολές στο εξωτερικό ισοζύγιο, το ΑΕΠ και την απασχόληση, ενώ αντιθέτως θα δούμε τα κέρδη να αυξάνονται και τους πραγματικούς μισθούς (δηλαδή την αγοραστική δύναμη των μισθών) να μειώνονται λόγω της αύξησης των τιμών. Έτσι η υποτίμηση του νομίσματος, αντί να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση θα έχει μετατραπεί σε αύξηση της κερδοφορίας.
Εάν θα συμβεί το πρώτο ενδεχόμενο (αύξηση παραγωγής και απασχόλησης) ή το δεύτερο (αύξηση των τιμών και αντίστοιχη μείωση του πραγματικού μισθού) εξαρτάται από το μέγεθος του αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού κατά τη στιγμή της υποτίμησης: Όσο μεγαλύτερο το δυναμικό που αργεί, τόσο μεγαλύτερη η επίπτωση της υποτίμησης στο ΑΕΠ και την απασχόληση.
Πιο μακροχρόνια, καθοριστικός παράγοντας είναι τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των αγορών προϊόντων: βαθμός ολιγοπωλιακής συγκρότησης των αγορών και μειωμένος ανταγωνισμός, μορφές ιδιοκτησίας, έλεγχος τιμών κλπ. Όσο ισχυρότερη είναι η θέση των επιχειρήσεων σε αυτές τις αγορές έναντι των καταναλωτών (ολιγοπωλιακές αγορές, μειωμένος ανταγωνισμός, μορφές ιδιοκτησίας, αδυναμία ελέγχου των τιμών από την πολιτική εξουσία κ.ά.) τόσο ευκολότερες οι αυξήσεις των τιμών.
Η δεύτερη φάση της υποτίμησης του νομίσματος συνοψίζεται στο σχήμα 2.

Ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των αγορών προϊόντων είναι παράγοντες αποφασιστικής σημασίας διότι η πολιτική παρέμβαση είναι σε θέση να δράσει επί αυτών (σε αντίθεση με την πρώτη φάση της υποτίμησης όπου η πολιτική παρέμβαση δεν είναι δυνατή ή είναι επουσιώδης). Από όπου προκύπτουν και οι πρώτες προϋποθέσεις για μια υποτίμηση του νομίσματος που θα ευνοεί τις εργαζόμενες τάξεις στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια:
Καταρχάς σε σχέση με το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό: Για να βγει από την κρίση του ο καπιταλισμός δεν καταστρέφει μόνο ανθρώπινες ζωές αλλά κανιβαλίζει επιπλέον τις ίδιες του τις σάρκες, καταστρέφει πάγιο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο όμως αυτό, συμβαίνει να είναι, ταυτοχρόνως, και τα μέσα παραγωγής, τα εργαλεία, οι μηχανές, οι υποδομές, από την χρήση των οποίων ζουν και αναπαράγονται οι εργαζόμενες τάξεις. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι και τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον σε καταστροφή. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης, όπου πραγματοποιείται μια διαδικασία αποεπένδυσης, με την έννοια ότι ο επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που πραγματοποιούνται είναι τόσο μικρές ώστε δεν φτάνουν ούτε για να αναπληρώσουν τις πάγιες παραγωγικές εγκαταστάσεις που αποσβένονται ή αποσύρονται από το παραγωγικό δυναμικό εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας ολόκληρων επιχειρήσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται ο συνολικός όγκος προϊόντος που θα ήμασταν σε θέση να παράγουμε ακόμη και εάν υπήρχε η απαραίτητη ζήτηση για τα προϊόντα μας (έστω μέσω μιας υποτίμησης του νομίσματος). Έχει καταστραφεί πλέον ένα μέρος των συνολικών παγίων εγκαταστάσεων με το οποίο γινόταν η παραγωγή πριν από την κρίση. Η καταστροφή έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε το μέγεθος του προϊόντος που μπορούμε να ανακτήσουμε σήμερα με μια πολιτική χρησιμοποίησης του αργούντος παραγωγικού δυναμικού (χωρίς την συνεισφορά νέων καθαρών επενδύσεων) είναι περίπου τo 40% του προϊόντος που χάθηκε από το 2008 μέχρι σήμερα. Όσο μειώνεται το ΑΕΠ, τόσο επιτείνεται η καταστροφή παγίου κεφαλαίου, παύουν τη λειτουργία τους επιχειρήσεις και αποσύρεται παραγωγικό δυναμικό, και ισόποσα μειώνεται η δυνατότητά μας να βελτιώσουμε την κατάσταση αυξάνοντας τη ζήτηση (εν προκειμένω με μια υποτίμηση του νομίσματος).
Από αυτά τα δεδομένα, απορρέουν τα εξής συμπεράσματα:
Η κεφαλαιοκρατική τάξη της χώρας ασκεί μια πολιτική καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων επειδή αυτές, ως κεφάλαιο, δεν μπορούν να αποδώσουν την κερδοφορία που επιθυμεί η άρχουσα τάξη. Έτσι, το παραγωγικό σύστημα συρρικνώνεται και καθίσταται ανίκανο να απορροφήσει ολόκληρη την ανεργία, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της, ακόμη και εάν χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του. Όσο περισσότερο παραγωγικό δυναμικό καταστρέφεται τόσο μεγαλύτερη και πιο δύσκολη θα είναι η προσπάθεια να μειώσουμε στη συνέχεια την ανεργία.
Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, οι εργαζόμενες τάξεις οφείλουν να διασώσουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, και πέραν του προφανούς καθήκοντος να ανατραπεί το συντομότερο δυνατό η πολιτική της καταστροφής, δεν μας απομένουν άλλες επιλογές εκτός από τον δρόμο που μας δείχνει η ΒΙΟΜΕ. Θα πρέπει δηλαδή να ενθαρρύνουμε, να ενισχύσουμε και να εργαστούμε σκληρά για να περάσουν στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων όσες επιχειρήσεις εγκαταλείπονται από τους ιδιοκτήτες τους. Επομένως, η περίπτωση της ΒΙΟΜΕ, δεν αφορά μόνο την δυνατότητα των εργαζομένων σε αυτήν να απασχοληθούν και να επιβιώσουν, ούτε εξαντλείται η σημασία της στο μεγάλο συμβολικό φορτίο του εγχειρήματος. Υποδεικνύει και με ποιο τρόπο οι εργαζόμενες τάξεις θα μπορούσαν να διασώσουν ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού προκειμένου να έχει νόημα και αποτελεσματικότητα η υποτίμηση του νομίσματος ή όποια άλλη πολιτική αύξησης της ζήτησης που θα αποσκοπούσε στη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας.
Κάθε επιχείρηση που εγκαταλείπεται από τα αφεντικά πρέπει, λοιπόν, να περνάει στα χέρια των εργαζομένων. Οι προϋποθέσεις δεν είναι λίγες: θα πρέπει να υπάρξει συνδικαλιστική, νομική, ιδεολογική, ηθική, πολιτική και επιστημονική στήριξη των εργαζομένων που θα θελήσουν να πάρουν στα χέρια τους τις ορφανές επιχειρήσεις. Μια υποτίμηση που θα είναι επιτυχημένη, με την έννοια ότι θα αυξήσει το ΑΕΠ και την απασχόληση και όχι τα κέρδη, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να θίξουμε τα ιερά και τα όσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: το δικαίωμα του καπιταλιστή να διευθύνει εκείνος και μόνον εκείνος την παραγωγή, να την οργανώνει και να καρπώνεται τα οφέλη, να αποφασίζει τι και πώς θα παράγουμε εμείς, οι άμεσοι παραγωγοί, για λογαριασμό του και προς όφελός του. Προηγείται, λοιπόν, της μάχης για τα εισοδηματικά μερίδια, η οποία θα ακολουθήσει την υποτίμηση του νομίσματος, η μάχη για την ανάκτηση του παραγωγικού δυναμικού. Είναι μια μάχη που προηγείται μιας ενδεχόμενης υποτίμησης του νομίσματος, και επομένως ανήκει στα άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ήδη ως αντιπολίτευσης. Θα είναι από αυτές τις μάχες που θα προαναγγέλουν τον σοσιαλιστικό προορισμό της πολιτικής μας και θα τον προετοιμάζουν.
Σε ό,τι αφορά τις διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές προϊόντων, μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα έπρεπε να επιβάλει διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων (στους κλάδους παραγωγής, στις μορφές του ανταγωνισμού, στις μορφές ιδιοκτησίας κ.ά.) ώστε να μειώνει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών και να ευνοεί έτσι τις εργαζόμενες τάξεις στην μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια. Θα πρέπει επομένως στο μεταβατικό πρόγραμμα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς να περιλαμβάνεται και ένα λεπτομερές πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντων που θα προσβάλει όλα τα σημεία διαπραγματευτικής ισχύος των καπιταλιστικών επιχειρήσεων έναντι των μισθωτών και έναντι των υποτελών κοινωνικών τάξεων ως καταναλωτών.

Φάση 3: Ο σχηματισμός των μισθών

Στη τρίτη φάση της υποτίμησης του νομίσματος, οι μισθωτοί και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, σε διαπραγμάτευση με τις επιχειρήσεις, διαμορφώνουν το ύψος των μισθών λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί, δηλαδή το ποσοστό ανεργίας και τις τιμές καταναλωτή έτσι όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μετά την υποτίμηση. Τη διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων καθορίζουν, εκτός από το ποσοστό ανεργίας, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας (εκτός βεβαίως από άλλους παράγοντες πολιτικούς ή ιδεολογικούς). Αναλυτικότερα, όταν είναι αυξημένη η απασχόληση, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των επιχειρήσεων επειδή η αύξηση της απασχόλησης συνήθως συνοδεύεται από μείωση της ανεργίας, και σαν αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Όταν οι θεσμοί της αγοράς εργασίας ευνοούν την διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών, η μείωση της ανεργίας συνοδεύεται από ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των μισθών. Με τον σχηματισμό των μισθών, συμπληρώνεται το σκαρίφημα της υποτίμησης του νομίσματος ως εξής:

Το σημείο πολιτικής παρέμβασης της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όσον αφορά τον σχηματισμό των μισθών, είναι η μετατροπή των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει με αλλαγές στους θεσμούς της αγοράς εργασίας (συλλογικές συμβάσεις, οργάνωση σε συνδικάτα, προστασία της εργασίας από την ανεργία κλπ) που θα επιβάλει μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς ώστε να βελτιώνει την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών και των οργανώσεών τους και να τους ευνοεί στη μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια. Θα πρέπει επομένως στο μεταβατικό πρόγραμμα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς να περιλαμβάνεται και ένα λεπτομερές πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας που θα ενισχύει όλα τα σημεία διαπραγματευτικής ισχύος των μισθωτών έναντι των επιχειρήσεων.
Εντούτοις, η μετατροπή των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας δεν περνάει μόνο μέσα από τους θεσμούς. Η οργάνωση των εργαζόμενων τάξεων περνάει και μέσα από την ανάπτυξη εργατικών αντιστάσεων, αυτόνομων ομαδοποιήσεων, πρωτοβάθμιων σωματείων και κάθε άλλης δυνατής μορφής συγκρότησης της τάξης. Επίσης, η ανάπτυξη της διαπραγματευτικής ισχύος των μισθωτών και των συνδικαλιστικών οργάνων τους δεν είναι μια υπόθεση του χώρου εργασίας και μόνο. Στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η συγκρότηση της τάξης πραγματοποιείται και στον χώρο της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (κατανάλωση, κοινωνικές ανάγκες, δημόσια αγαθά, ιδεολογικοί μηχανισμοί, πολεοδομία, κουλτούρα και πολιτισμικά αγαθά κλπ) και η διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών εξαρτάται πλέον και από τη διασύνδεση των μορφών αυτόνομης οργάνωσης στο χώρο της παραγωγής με τις μορφές αυτόνομης οργάνωσης ή παρέμβασης στη σφαίρα της αναπαραγωγής. Συνεπώς, αυτά είναι πεδία πολιτικής και συνδικαλιστικής παρέμβασης που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μεταβατικό μας πρόγραμμα με σαφείς και αναλυτικούς στόχους. Περιλαμβάνεται στα άμεσα καθήκοντα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να παρέμβει σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας στις οποίες συγκροτείται η διαπραγματευτική και πολιτική ισχύς των εργαζόμενων τάξεων.

Φάση 4: Η μάχη για τα εισοδηματικά μερίδια

Στο τέλος της φάσης 3, έχει πλέον συγκροτηθεί ένα σύστημα διαρκούς διάχυσης της αρχικής αύξησης των τιμών των εισαγομένων στο σύνολο της οικονομίας:
Καταρχήν, η αύξηση των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών σε εθνικό νόμισμα μεταφέρεται στις εγχώριες τιμές και από εκεί στις τιμές καταναλωτή, όπου προστίθεται και το δυσμενές αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών των εισαγομένων καταναλωτικών προϊόντων. Εν συνεχεία, αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί καθώς αποτελούν συνάρτηση των τιμών καταναλωτή. Εάν θεωρήσουμε ότι οι επιχειρήσεις μετακυλύουν τις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών στις τιμές, τότε προκύπτει αύξηση των εγχωρίων τιμών. Αυτήν τη φορά, οι εγχώριες τιμές διαμορφώνονται με βάση υψηλότερο κόστος εργασίας, πέραν του γεγονότος ότι ενσωματώνουν εκ νέου τις χαμηλότερες τιμές των πρώτων υλών. Η νέα αύξηση των εγχωρίων τιμών μεταφέρεται στις τιμές κατανάλωσης και αρχίζει ένας νέος κύκλος αυξήσεων των τιμών και των μισθών.
Εν τω μεταξύ, η μεγέθυνση του ΑΕΠ που έχει προέλθει από την υποτίμηση αυξάνει την απασχόληση και βελτιώνει έτσι τη διαπραγματευτική θέση των μισθωτών, ενώ ταυτοχρόνως μειώνει και το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό ενισχύοντας και τη διαπραγματευτική θέση των επιχειρήσεων. Ποια από τις δύο πλευρές θα βγει στο τέλος περισσότερο ενισχυμένη από τη διαδικασία αυτή εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας (όπου εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς των μισθωτών) και των αγορών προϊόντων (από όπου απορρέει η διαπραγματευτική ισχύς των επιχειρήσεων).
Επομένως, μόνον εάν έχουμε ένα μεταβατικό πρόγραμμα που ανοίγει τον δρόμο σε ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές αλλαγές στην οικονομία και την κοινωνία, σαν και αυτές που προσδιόρισε η ανάλυση αυτού του άρθρου, η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα συνοδεύεται από αύξηση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας.

Ιανουάριος 2016: όταν οι συνθήκες γίνονται ανατρεπτικές

31 January 2016 11:42 Filed in: ηγεμονία
Πολύ νωρίς, ήδη από το 2010, διαμορφώθηκε το εξής ταξικό σκηνικό: οι "πάνω" θέλουν να αλλάξουν ριζικά το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου και εκμετάλλευσης της εργασίας στοιχηματίζοντας ότι η πολιτική τους θα επικρατήσει των αντιστάσεων, και οι "κάτω" βυθίζονται βαθμιαία αλλά σταθερά σε ένα πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας, αυξανόμενων εισοδηματικών ανισοτήτων, υφαρπαγής της παρελθούσας εργασίας τους (της δικής τους ή των γονιών τους), δέσμευσης της μελλοντικής τους εργασίας από τους κατόχους κεφαλαίου και πολιτικής ισχύος, χωρίς το "δημοκρατικό παιχνίδι" να τους δίνει έξοδο διαφυγής.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει χαραχθεί μια ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτούς που επιζητούν ένθερμα ή δειλά τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό, και σε αυτούς που τον απεχθάνονται ή απλώς αμύνονται απέναντί του. Στην Ελλάδα είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα χωρίστηκαν οι "προοδευτικοί άνθρωποι" της προηγούμενης περιόδου, οι ελαφρώς αριστεροί, οι μετριοπαθείς “φωτισμένοι” αστοί με τους οποίους μπορούσαμε να σε κάποιο βαθμό συνεννοηθούμε ή να συνυπάρξουμε στο παρελθόν, οι πρώην κεϋνσιανοί, οι πρώην σοσιαλδημοκράτες: οι περισσότεροι πέρασαν στους απέναντι, μία προσχώρηση μετά την άλλη, ακολουθώντας την κοινωνική ταξική πόλωση στα επεισόδιά της --με τελευταίο επεισόδιο την αυτομόληση του Σύριζα στο νεοφιλελεύθερο κράτος. Έχουν συγκροτηθεί έτσι, χρονιά τη χρονιά, δύο εχθρικά ταξικά μπλοκ τα οποία πολώνονται διαρκώς ένθεν κακείθεν της βαθιάς ταξικής διαχωριστικής γραμμής, και τα οποία έκαναν αυτοπροσώπως την εμφάνισή τους στην πολιτική σκηνή στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, και θα συγκρουστούν κάποια στιγμή, πιθανότατα με μεγάλη βία --εκτός εάν με τα χρόνια, η έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης που δημιουργήθηκε από την νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του Σύριζα οδηγήσει τους "κάτω" σε πολιτικό και ιδεολογικό όλεθρο.
Οπότε εδώ εμφανίζεται το ζήτημα της αριστερής εναλλακτικής πρότασης, ή όπως το θέτουν πολλοί, το ζήτημα του προγράμματος.
Οι προτάσεις της Αριστεράς, από το 1980 και μετά, ήταν πάντοτε προτάσεις διακυβέρνησης που περιορίζουν την Αριστερά σε ρόλο θεσμικής αντιπολίτευσης την στιγμή που θα έπρεπε να είναι μέσα στις κοινωνικές μάχες που διεξάγονται στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές (διότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, η ισχύς της τάξης δεν συγκροτείται μόνο στους χώρους της εργασίας και παραγωγής αλλά και στους χώρους της αναπαραγωγής). Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι αν η δική μας Αριστερά θα ξεφύγει από τον παλιό της εαυτό, της κοινοβουλευτικής παρουσίας και της διαχείρισης των κοινωνικών αγώνων στα παραδοσιακά πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνικών συμβιβασμών όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης --διότι τα πλαίσια αυτά δεν υπάρχουν πια. “
Το πρώτο μου σφάλμα ήταν ότι με γλώσσα άλλου καιρού, θέλησα να αρχίσω να μιλώ για πράγματα σημερινά” (Νόρα Αναγνωστάκη).
Η προσκόλληση στα παλιά δείχνει ότι ακόμη και η δική μας Αριστερά δεν έχει κατανοήσει το βασικό: Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγούνται αυτές οι ίδιες πλέον στη φτώχεια και την απόγνωση. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών διατηρεί το δικαίωμα να καταστρέφει τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής μας όταν αυτές δεν λειτουργούν ικανοποιητικά ως κεφάλαιο. Διατηρεί επομένως το δικαίωμα να καταστρέφει τις ίδιες τις ζωές μας, και τώρα το κάνει αδίστακτα, και μάλιστα χωρίς προοπτική να σταματήσει ο εφιάλτης. Δεν θα σταματήσει ούτε όταν θα έρθει η περιβόητη "ανάπτυξη", διότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ και του εισοδήματος των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχουν πλέον αποσυνδεθεί --κάτι που δεν κατανοούν όχι μόνο στο Σύριζα αλλά και σημαντικά τμήματα της δικής μας Αριστεράς.
Το ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης. Το γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη αυξάνει την κατασταλτική αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής που υφαίνει χίλια σκοινιά γύρω μας, φορολογικά, διοικητικά, αστυνομικά και άλλα, δεν είναι ένδειξη δύναμης αλλά αδυναμίας. Ισχύει πάντα ο γνωστός "νόμος" ότι το άθροισμα ηγεμονικής ισχύος και έντασης της καταστολής είναι σταθερό. Η αστική τάξη καταφεύγει στην ένταση της καταστολής για να αναπληρώσει την αποδυνάμωση της πολιτικής της ηγεμονίας.
Με αυτά, διαμορφώνεται μια πολιτική συγκυρία στην οποία ο αντικαπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης. Όχι σαν ιδεολογικό statement, όπως κάνουν μια ζωή οι αριστεριστές ανεξάρτητα από την πολιτική συγκυρία, αλλά επειδή έχει έρθει η ιστορική στιγμή που οι ίδιες οι συνθήκες είναι ανατρεπτικές.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού και το πρόγραμμα μας

11 January 2016 12:21 Filed in: ηγεμονία
Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 7 Ιανουαρίου 2016
Ο σοσιαλισμός είναι σήμερα επίκαιρος: είναι το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης. Εάν αυτό πράγματι ισχύει και εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, το πρόγραμμά μας οφείλουμε να το χτίσουμε επάνω σε αυτήν την βάση, της επικαιρότητας του σοσιαλισμού.

Πότε η αστική ηγεμονία κινδυνεύει

Όταν ο Μαρξ και ο Ενγκελς δημοσίευσαν το Κομμουνιστικό μανιφέστο, είχε παρέλθει περίπου μισός αιώνας ταχύρρυθμης καπιταλιστικής βιομηχανικής ανάπτυξης, γιγαντιαίας συσσώρευσης κεφαλαίου και τεχνολογικής καινοτομίας, αλλά η κατάσταση της εργατικής τάξης παρέμενε άθλια. Σε αυτό το σημείο, ο Μαρξ θεώρησε ότι η βασική, δομική αδυναμία του καπιταλισμού είχε αναδυθεί: η θεαματική βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος, και οι ιστορικά πρωτοφανείς ρυθμοί μεγέθυνσης της παραγωγής εμπορευμάτων, πραγματοποιούνται με ταυτόχρονη συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο της κοινωνίας, εκεί που βρίσκονται οι κάτοχοι κεφαλαίου, και συσσώρευση φτώχειας στον άλλο πόλο, εκεί όπου βρίσκονται όσοι κατέχουν μόνο την ικανότητά τους προς εργασία (την εργασιακή τους δύναμη). Θεώρησε ότι αυτή η εκρηκτική κοινωνική πόλωση θέτει τις βάσεις για την πολιτική χρεωκοπία του καπιταλισμού, για τον εξής λόγο: “Η αστική τάξη είναι ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης (…) επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”. Όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, η αστική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την ηγετική της θέση στην κοινωνία, η ηγεμονία της βρίσκεται σε κρίση, επειδή το δικό της ιδιοτελές συμφέρον έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την συντήρηση και την αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων.

Η επιστροφή του αχαλίνωτου καπιταλισμού

Το εργατικό, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης, στοιχημάτισαν, αμέσως μετά τον πόλεμο, ότι το σύστημα μπορούσε να μετασχηματιστεί, να εξανθρωπισθεί, να διατηρήσει τον παραγωγικό δυναμισμό του αποβάλλοντας όμως την μακροχρόνια τάση του να αυξάνει τις ανισότητες των εισοδημάτων κεφαλαίου και εργασίας. Στοιχημάτισαν ότι μπορεί να σταματήσει να συσσωρεύει πλούτο για τους κατόχους κεφαλαίου και φτώχεια για τους κατόχους εργασιακής δύναμης —και μάλιστα στοιχημάτισαν ότι μπορούσε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς ακριβώς επειδή θα είχε αρνηθεί το αμαρτωλό παρελθόν της ανθρωποφαγίας του, ακριβώς επειδή θα του είχε επιβληθεί να μην αυξάνει τις ανισότητες. Το στοίχημα φαινόταν κερδισμένο για τις δυνάμεις της εργασίας για τριάντα ολόκληρα χρόνια, ας πούμε κατά προσέγγιση από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 έως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Τριάντα χρόνια ήταν αρκετά για να πιστέψουν οι περισσότεροι ότι ο καπιταλισμός είχε αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα —με δυο λόγια, ότι είχε μεταλλαχθεί χάρη στο κοινωνικό κράτος, τη σταθερότητα στη διανομή του προϊόντος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, τη σταθερότητα ή τη μείωση των ανισοτήτων, τη μαζική παραγωγή σε σύζευξη με την μαζική κατανάλωση των μισθωτών, όλα αυτά τα οποία συγκροτούσαν ένα θαύμα που έμοιαζε ότι θα διαρκέσει χίλια χρόνια. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, γνωρίζουμε τώρα ότι οι έκτακτες συνθήκες της μεταπολεμικής περιόδου που επιβλήθηκαν στον καπιταλισμό, και μόνον αυτές, μπορούν να εξηγήσουν την παρέκκλισή του από την αυθεντική του φύση —που αυτή, παρέμενε αναλλοίωτη κάτω από τους περιορισμούς που της είχαν επιβληθεί από τις δυνάμεις της εργασίας.
Μετά από τριανταπέντε χρόνια βαθμιαίας πλην όμως συνεπούς αποδόμησης του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους, από την πρώτη κυβέρνηση Θάτσερ μέχρι σήμερα, οι δυνάμεις του κεφαλαίου πραγματοποιούν στη διάρκεια της κρίσης την τελευταία επίθεση για να κλείσουν μέσα σε μια ιστορική παρένθεση το κοινωνικό κράτος, την μείωση των ανισοτήτων, την αυξανόμενη αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων τάξεων, τον κεϋνσιανισμό, τον μαρξισμό, την ίδια την αστική δημοκρατία που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι για τους επικυρίαρχους. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ρέπει ακατάπαυστα στην αύξηση των ανισοτήτων, στην πόλωση πλούτου και φτώχειας, και ότι μόνο εξωτερικοί παράγοντες, που σπάνιες ιστορικές συνθήκες ενδέχεται να συγκεντρώσουν, μπορούν να ανατρέψουν αυτήν την ακατανίκητη τάση. Τέτοιες σπάνιες συνθήκες όμως δεν υπάρχουν σήμερα. Ο καπιταλισμός στέκεται και πάλι απέναντί μας ως η δύναμη του γυμνού χρήματος, του αχαλίνωτου κεφαλαίου που απαιτεί ανθρωποθυσίες για να συντηρηθεί, να αναπαραχθεί και να διογκωθεί ως αξία που αξιοποιεί τον ίδιο της τον εαυτό.

Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού

Αυτά μας φέρνουν σε μια συγκυρία όπου προκύπτουν τα ίδια ερωτήματα που έθετε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Διότι τώρα ισχύει ότι η άρχουσα τάξη δεν μπορεί, ούτε και θέλει, να διασφαλίσει τους όρους της κοινωνικής αναπαραγωγής, δεν μπορεί να διασφαλίσει την αναπαραγωγή των υποτελών κοινωνικών τάξεων επειδή αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ιδιοτελές της συμφέρον. Είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στις εργαζόμενες τάξεις την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους την υποταγή στον καπιταλισμό —και για τον λόγο αυτό η ηγετική της θέση στην κοινωνία τίθεται εκ των πραγμάτων σε αμφισβήτηση. Από την έναρξη της κρίσης, το 2008, η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι ανοιχτή.
Η συγκυρία αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι τώρα, σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στις δύο προηγούμενες μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού, στον 20ο αιώνα, η αστική τάξη δεν διαθέτει κανένα σχέδιο εξόδου από την κρίση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 αναδύθηκε η μεγάλη εναλλακτική λύση του κεϋνσιανισμού και της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, ενώ στη δεκαετία του 1970 ο νεοφιλελευθερισμός άρπαξε την ευκαιρία για να ηγεμονεύσει. Σήμερα, κανένα τέτοιο μεγάλο σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν έχει αναδυθεί, και η άρχουσα τάξη αφήνεται στις αυθόρμητες ορέξεις της, προσπαθεί να αλλάξει ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων κεφαλαίου εργασίας, να αυξήσει τα κέρδη της αφήνοντας στην τύχη της την συντήρηση και την αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, να αποδιαρθρώσει το κοινωνικό κράτος.
Αυτό γίνεται με τους εξής τρόπους: Με την αναδιανομή του εισοδήματος, τη φορολογική πολιτική και την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους ιδιοποιείται ένα αυξανόμενο μερίδιο από την αξία που παράγουμε κάθε χρονιά. Με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους δεσμεύει για λογαριασμό της ένα μεγάλο μέρος της μελλοντικής μας εργασίας. Με τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους υφαρπάζει ένα μεγάλο μέρος από την παρελθούσα εργασία μας που έχει αποκρυσταλλωθεί στα περιουσιακά στοιχεία των εργαζόμενων τάξεων.
Παρούσα, μελλοντική και παρελθούσα εργασία, έχουν τεθεί στην διάθεση της άρχουσας τάξης προκειμένου να διασωθεί το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, το κεφάλαιο που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, που πλεονάζει αλλά απαιτεί επίμονα και πάσει θυσία την αμοιβή του. Η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατο με τις υπάρχουσες συνθήκες να ικανοποιηθεί. Η προσπάθεια λοιπόν της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται στην αναδιανομή του προϊόντος μέσω μιας πολιτικής που δεσμεύει για λογαριασμό του κεφαλαίου ένα αυξανόμενο μερίδιο από το δικό μας εισόδημα, από τη δική μας εργασία, την παρούσα, την παρελθούσα και την μελλοντική. Αυτή όμως η πολιτική είναι ακριβώς εκείνη που καθιστά την αστική τάξη “ανίκανη να διατηρήσει για πολύ τη θέση της κυρίαρχης τάξης επειδή είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στους δούλους της την ύπαρξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δουλεία”, με τα λόγια του Μαρξ.
Η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης είναι “ένα παράθυρο ευκαιρίας” που θα μείνει ανοιχτό για όσο καιρό οι κυρίαρχοι δεν θα έχουν πείσει τους κυριαρχούμενους πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος πέρα από τη γενίκευση της λιτότητας, για όσο καιρό δηλαδή οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν θα έχουν αποδεχθεί
τα νέα καταναλωτικά πρότυπα φτώχειας ως "φυσιολογικά" και "δίκαια”. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η αστική ηγεμονία θα έχει αποκατασταθεί, η δε φτώχεια και η βαρβαρότητα θα έχουν νομιμοποιηθεί.
Για αυτούς τους λόγους, κανένα πρόγραμμα αριστερού πολιτικού κόμματος, οργάνωσης κλπ δεν μπορεί να μην οικοδομεί τη λογική του και τις προτάσεις του επί αυτού του βασικού γεγονότος της καπιταλιστικής κρίσης. Ο σοσιαλισμός είναι επίκαιρος, με την έννοια ότι αποτελεί το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που διαθέτουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην ηγεμονική κρίση της αστικής τάξης και να κρατήσουν την κοινωνία έξω από την βαρβαρότητα.

Entrevista / Revista de Economia Critica

27 December 2015 14:19 Filed in: ηγεμονία
Entrevista a Elias Ioakimoglou
Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. | 27.12.2015
Revista de Economía Crítica, nº20, segundo semestre 2015, ISNN 2013-5254 Entrevista realizada por Bibiana Medialdea y Antonio Sanabria. Elias Ioakimoglou es investigador en economía política. Noviembre 2015. Traducción: Jordi Roca Jusmet

Q:
Syriza election victory in January 2015 opened high expectations about the possibilities for an alternative economic management and for the social majority in Europe. A political force that explicitly questioned the logic of austerity and adjustment achieved unprecedented popular support on the continent. It has not even been a year of that time, what do you think you can balance the experience of government regarding these expectations possibility of an alternative economic management?
Great expectations about Syriza being able and willing to apply an anti-austerity economic programme drugging the economy out of recession, lowering unemployment and reducing income inequalities, have been subverted in one single night: the night of the 12th July, when Alexis Tsipras took the political and moral responsibility to capitulate, against all odds, breaking Syriza’s promises for social justice and economic relief. A whole country has been surprised and delivered without resistance to captivity by debt by a man who proved to be able to sell the moon.
Then, Alexis Tsipras knowing “sorry” means nothing once promises are broken, he sold the moon a second time. He gave new impossible promises: this time he would find ways to relief the most vulnerable citizens from the consequences of the 3d adjustment programme that he, himself, had signed a few days ago. Furthermore, using a political blitzkrieg he took by surprise its political adversaries: he proclaimed new general elections leaving to its adversaries inside Syriza a short time span of only 30 days to organize a new party. It is improbable that the working classes, the unemployed and the low income population that supported Tsipras all the way from the beginning of the crisis to the U-turn of the 12th of July believed Syriza is still the same party. Everybody in Greece knows that Alexis Tsipras in now a Schultz-like social-democrat politician. Nevertheless, the voters of the Left had no credible alternative since the new leftist party Popular Unity, was unable to present a clear-cut alternative strategy; therefore they voted for Tsipras hoping that he would keep at least some of its renewed promises or they preferred to abstain from the elections.
Q:
What about the role of Varoufakis in negotiations with the troika? Do you think other negotiating strategy by the first government of Syriza would have done better?
I don’t think Varoufakis had nothing to do with the negotiating strategy, which was defined and finalised by Tsipras and its advisors during the two first months of 2015. That was done in a completely undemocratic way, ignoring the party. Until then we expected that the negotiations would start with bold moves, with the Greek government imposing capital controls right away after the elections of January and postponing debt service payments until an agreement is reached. I am convinced that the outcome of such an aggressive negotiating strategy would have been much better than the humiliating capitulation of the 12th July.
Q:
How do you interpret the announcement of the referendum now? And the result? The Greek population seems to reject the proposal from the troika but also discards a break with it (leaving the euro) ... It was somewhat ambiguous the question itself? In view of the results obtained by Popular Unity, do you think that a more forceful question would have had a more favorable "yes" result?
The question was not at all ambiguous. All Greeks understood what it was about. It was not a question about leaving the eurozone or not, it was about the continuation of austerity policies, labour market reform and lower wages in order to increase (supposedly) competitiveness. It was about the continuation of policies dismantling the social state, reducing dramatically pensions and demolishing social protection institutions --and the answer was as clear as the question. Who gave this answer? We know now, thanks to statistics, that the answer was not given by the Greeks in general; it was given by the working classes of the business sector, civil servants, precarious workers, the unemployed, the young and the poor. Each one or these social categories voted “no” massively (80% to 90%). On the contrary, high income social categories, owners of capital and wealth, voted massively for “yes”. To put it simply, those who are benefiting from austerity policies and structural reform voted for “yes” while those who suffer from these policies voted for “no”. Now, this is a clear cut division: The week before the referendum was one of those rare historical moments when social classes and their allies jump on the political scene and become visible to the naked eye. The bloc of social forces in power that is the bourgeoisie, big capital, bankers, executives of corporations and financial firms, big media journalists, high rank state bureaucrats, neoliberal intellectuals and artists, life-style featherbrains and start-up young wanna-be entrepreneurs, petit-bourgeois benefiting from huge income inequalities achieved through internal devaluation and labour market reform, rentiers, small firm owners paying now half wages of what they used to pay in 2010, old people sitting on their accumulated wealth, they all presented themselves, in person, on the electoral battlefield to defend openly, without the usual ideological ornaments, their immediate class interest, the interest of naked money, the right to live on profit, interest and rent, to live on the labour of others. The presence of this social bloc in power was strong not only in the streets and demonstrations and TV, but also in firms where employees were more or less openly threatened by employers that they would be fired if they would vote for ‘no’. This exhibition of class self-interest and crude force, the absence of a hegemonic narrative of the ruling classes, was the catalyst that precipitated the long process of formation of an anti-austerity, unified, visible social bloc of the working classes, the unemployed, the young and the poor. The formation of this bloc started in 2010 with the implementation of the EU-driven economic adjustment programmes and ended a few days before the referendum when the subordinate social classes organised massive demonstrations of historical size and energy (without the intermediation of the leading politicians of Syriza who mildly supported the ‘no’ campaign) and voted ‘no’ against all the warnings, the threats, the blackmail, the ideological bullying, the fear spread by TV channels, firms, employer’s organisations, neoliberal economists and politicians, against the risk of being fired, impoverished, thrown in the misery of a country outcast from the supposedly stable and secure economic environment of the eurozone.
Q:
The election results and the apparent support for the euro shown in the polls, does it make possible, in your opinion, to manage a break from the Greek government with the single currency and short-term costs of Grexit?
The election results do not show a support for the euro. Voters of the Left voted for Syriza because the alternative was a conservative government that would apply the 3d memorandum this time with even more cruelty than before. Syriza remained the best choice for the unemployed, the workers, the young and the poor even after the U-turn of the 12th of July.
As far as the break with the single currency is concerned, the Greek government does not have the intention to leave the eurozone, they are even hostile to such an eventual outcome --they always have been and that is why they capitulated.
Q:
After formation of Syriza’s new government once it has been electorally validated the signature of the third "rescue", which goals and perspectives do you believe there are to work for an alternative to austerity in the country?
The signature of the 3d memorandum has not been electorally validated. Voters simply tried to protect themselves from the worst possible outcome that was a government formed by the conservative party of New Democracy, wich was the only party able to win the election except Syriza.
The perspectives to work for an alternative to austerity have nothing to do with Syriza, which gradually, but very fast, degenerates to a Renzi-style social-democratic party. We are thus confronted with this historical originality: In the presence of a strong anti-austerity social bloc of conscious, politically active workers, unemployed, young people, poor people, militants, that have acquired precious political and organisational skills during the five years of fierce social conflict and political struggle, there is not a political party or organisation able to assume the representation of this anti-austerity social bloc. So, the perspectives for an anti-austerity policy depend on the agility of political forces that left Syriza (approximately 40% of its most active and politically skilled members) to form a new political organisation able to assume the political representation of the anti-austerity social bloc.
Q:
After signing third memorandum now, from the creditor side it seems they to accept some restructuring, as Syriza requested in the negotiations. In fact, the IMF raises it as a precondition to participate again. What do you think about that?
What is at stakes in Greece is not mainly the repayment of debt, it is the continuation and the success of a large scale enterprise of destruction of existing social structures and the reconstruction of the society on the basis of purely neoliberal principles. The aims of this enterprise are to obtain a radical change in the balance of power between labour and capital, and the stabilisation of the labour income at very low levels. This is essential in order to secure a minimum acceptable level of profitability although capital is over-accumulated. In other words, the size of accumulated capital is now so big that its claims on a diminished real product exceed by far the actual size of this product; therefore these claims are unsustainable unless the working classes, the unemployed, the pensioners, the young, accept to live with less and less goods and services. Now, this is the plan of the ruling classes of Europe for Greece, and if Tsipras drags Greece along this path, I suppose he can obtain some concessions from the creditors concerning the debt in exchange for his good services; perhaps that will give him the chance to sell the moon for a third time.

Για την διάρθρωση του προγράμματος

Δημοσιεύθηκε στο rproject 20.12.2015

Τα πολιτικά προγράμματα της Αριστεράς ακολουθούν μια θεματική οργάνωση της ύλης συνήθως αφιερώνοντας ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για κάθε θέμα: διεθνής κατάσταση, οικονομία, κοινωνικό κράτος, πολιτικό σύστημα, δημόσια διοίκηση, εξωτερική πολιτική κλπ. Ωστόσο, αυτή η διαίρεση έχει στενή σχέση με την οργάνωση της αστικής κρατικής μηχανής ανά υπουργείο και άλλους φορείς του δημοσίου.
Πρό­κει­ται για μια ορ­γά­νω­ση που ακο­λου­θεί την λο­γι­κή του ελέγ­χου και της ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νί­ας δια της κα­τά­τμη­σης, μια λο­γι­κή που προσ­διο­ρί­ζει πεδία άσκη­σης της αστι­κής εξου­σί­ας. Βρί­σκου­με την ίδια θε­μα­τι­κή διαί­ρε­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας στην αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης, όπου ση­μα­ντι­κές βαθ­μί­δες της κοι­νω­νί­ας εκλαμ­βά­νο­νται ως αρ­κού­ντως δια­κρι­τές ώστε να δι­καιο­λο­γεί­ται η γνω­στι­κή διαί­ρε­ση των “αν­θρω­πι­στι­κών σπου­δών” σε αυ­τό­νο­μα γνω­στι­κά αντι­κεί­με­να, σε ξε­χω­ρι­στές επι­στή­μες και σε αντί­στοι­χες πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τμή­μα­τα: οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νιο­λο­γία, πο­λι­τι­κές επι­στή­μες, διε­θνείς εξω­τε­ρι­κές σχέ­σεις κλπ.
Η ορ­γά­νω­ση ενός προ­γράμ­μα­τος της Αρι­στε­ράς με βάση τις θε­μα­τι­κές ενό­τη­τες όπως τις κα­τα­λα­βαί­νουν η αστι­κή ορ­γά­νω­ση της γνώ­σης και η κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας, δη­μιουρ­γούν ευθύς εξαρ­χής ένα πλαί­σιο απέ­να­ντι στο οποίο θα έπρε­πε, αν μη τι άλλο, να εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι, για τον πολύ απλό λόγο ότι αντα­να­κλά την αντί­λη­ψη του αντι­πά­λου και την ορ­γά­νω­ση της δικής του κρα­τι­κής μη­χα­νής. Η αστι­κή κρα­τι­κή μη­χα­νή ορ­γα­νώ­νει ολό­κλη­ρη την κοι­νω­νία με την γνω­στή θε­μα­τι­κή κα­τά­τμη­ση, έτσι ώστε να ανα­πα­ρά­γο­νται οι συν­θή­κες ενός τα­ξι­κού αντα­γω­νι­σμού στον οποίο κυ­ριαρ­χεί η αστι­κή τάξη. Η κα­τά­τμη­ση “ανά υπουρ­γείο και δη­μό­σια υπη­ρε­σία” είναι ένα πλαί­σιο του οποί­ου την τα­ξι­κή αθω­ό­τη­τα έχου­με απο­δε­χθεί και το χρη­σι­μο­ποιού­με “πα­ρα­δο­σια­κά” υπο­θέ­το­ντας ότι μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει εξί­σου καλά για την δια­τύ­πω­ση αρι­στε­ρών ρι­ζο­σπα­στι­κών θέ­σε­ων, ακόμη και ανα­τρε­πτι­κών, και επα­να­στα­τι­κών θέ­σε­ων.
Το δικό μας πρό­γραμ­μα καλό θα ήταν να ακο­λου­θεί την δική μας αντί­λη­ψη για την ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας. “Από την οπτι­κή γωνία από την οποία βλέπω τα πράγ­μα­τα, η ανά­πτυ­ξη του οι­κο­νο­μι­κού σχη­μα­τι­σμού της κοι­νω­νί­ας γί­νε­ται ορατή ως δια­δι­κα­σία με χα­ρα­κτή­ρα όμοιο με αυτόν που έχουν οι δια­δι­κα­σί­ες στη φύση”, διευ­κρι­νί­ζει ο Μαρξ στην ει­σα­γω­γή του Κε­φα­λαί­ου. Στη συ­νέ­χεια, ο όρος της δια­δι­κα­σί­ας (προ­τσές στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση του Π. Μαυ­ρομ­μά­τη) θα κυ­ριαρ­χή­σει σε κάθε σε­λί­δα του με­γά­λου βι­βλί­ου του.
Η δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής (εκ των οποί­ων κάθε μία διαι­ρεί­ται σε επί μέ­ρους δια­δι­κα­σί­ες) είναι οι δύο βα­σι­κές δια­δι­κα­σί­ες που συ­γκρο­τούν την αστι­κή κοι­νω­νία —δεν είναι οι μόνες, είναι οι δύο βα­σι­κές. Μπο­ρούν άραγε να χω­ρέ­σουν στο πλαί­σιο της πα­ρα­δο­σια­κής ορ­γά­νω­σης της ύλης ενός προ­γράμ­μα­τος σε κε­φά­λαια που λίγο - πολύ ακο­λου­θούν την λο­γι­κή του αστι­κού κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού;

Απο­συ­ναρ­μο­λο­γώ­ντας τα­ξι­κές μη­χα­νές
Ας πά­ρου­με σαν πα­ρά­δειγ­μα την δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής. Η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής, είναι έναν αέ­να­ος κύ­κλος δρά­σε­ων, πρά­ξε­ων, ενερ­γειών που δη­μιουρ­γεί ξανά και ξανά συν­θή­κες ανα­γκαί­ες ώστε οι μεν κά­το­χοι κε­φα­λαί­ου να ανα­νε­ώ­νουν την οι­κο­νο­μι­κή και πο­λι­τι­κή κυ­ριαρ­χία τους, και οι κά­το­χοι ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης να είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να εμ­φα­νί­ζο­νται κάθε νέα χρο­νιά, κάθε νέο μήνα ή κάθε μέρα, στην πόρτα της επι­χεί­ρη­σης για να που­λή­σουν την ερ­γα­σια­κή τους δύ­να­μη. Βέ­βαια, η πρώτη και πιο βα­σι­κή συν­θή­κη ανα­πα­ρα­γω­γής των δύο βα­σι­κών τά­ξε­ων της αστι­κής κοι­νω­νί­ας δια­σφα­λί­ζε­ται από την ίδια την φύση της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής: Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας πα­ρα­γω­γής, ο ερ­γα­ζό­με­νος βρί­σκε­ται ξανά απο­γυ­μνω­μέ­νος από κάθε ιδιο­κτη­σία, πέραν της ιδιο­κτη­σί­ας της ερ­γα­σια­κής του δύ­να­μης, και αντι­μέ­τω­πος με το προ­ϊ­όν της ίδιας του της ερ­γα­σί­ας που έχει με­τα­τρα­πεί τώρα σε κε­φά­λαιο. Αυτό όμως δεν είναι αρ­κε­τό, και η δια­δι­κα­σία της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής πρέ­πει να προ­σφέ­ρει μια σειρά επι­πλέ­ον όρων.
Μια πλευ­ρά της συ­νο­λι­κής κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής είναι η ανα­πα­ρα­γω­γή της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης: Οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, προ­κει­μέ­νου να ανα­πα­ρα­χθούν θα με­τα­κι­νη­θούν κυ­κλι­κά ανά­με­σα στην εστία, το σχο­λείο, τα ση­μεία εμπο­ρι­κής διά­θε­σης των εμπο­ρευ­μά­των, τα ση­μεία πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών υγεί­ας (νο­σο­κο­μεία και κλι­νι­κές, ια­τρεία κλπ.), τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κρά­τους (γή­πε­δο, εγκα­τα­στά­σεις δια­σκέ­δα­σης και «δρα­στη­ριο­τή­των» της εκ­κο­λα­πτό­με­νης γε­νιάς ερ­γα­ζο­μέ­νων κλπ.) και ούτω κα­θε­ξής. Κα­τοι­κί­ες και υπο­δο­μές για την πα­ρα­γω­γή ηλε­κτρι­σμού, ύδρευ­σης, απο­χέ­τευ­σης, φω­τι­σμού κλπ., πλα­τεί­ες, κα­φε­νεία και καφέ, εστια­τό­ρια και επι­χει­ρή­σεις δια­σκέ­δα­σης, σχο­λεία, νο­σο­κο­μεία και όλα τα συ­να­φή, ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους, εκ­κλη­σία, γή­πε­δα και λοι­πές αθλη­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις, τη­λε­ό­ρα­ση, χώροι άσκη­σης των εθί­μων του χω­ριού και της πόλης, μνη­μεία του εθνι­κι­σμού και του πα­τριω­τι­σμού και πα­ρό­μοιων εορ­τών, αστι­κό οδικό δί­κτυο, επι­βα­τι­κά με­τα­φο­ρι­κά μέσα, αστι­κές συ­γκοι­νω­νί­ες, εμπο­ρι­κά κα­τα­στή­μα­τα και κέ­ντρα, και άλλα ακόμη, είναι στοι­χεία της δια­δι­κα­σί­ας ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, είναι στοι­χεία που ανή­κουν στο “κοι­νω­νι­κό ερ­γο­στά­σιο” το οποίο πα­ρά­γει το εμπό­ρευ­μα “ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη” στην ποιό­τη­τα και την πο­σό­τη­τα που έχει ανά­γκη η συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου, είναι λοι­πόν στοι­χεία μιας κοι­νω­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας που εκ­δι­πλώ­νε­ται, μιας δια­δι­κα­σί­ας όπου εξυ­φαί­νε­ται το ύφα­σμα των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων της “κα­θη­με­ρι­νής ζωής” . Αυτά τα στοι­χεία, εάν τα απο­μο­νώ­σω και τα θε­ω­ρή­σω ξε­χω­ρι­στά, όπως κά­νουν τα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς, δεν έχουν πια το ίδιο νόημα, ακρι­βώς όπως εάν απο­συ­ναρ­μο­λο­γή­σω ένα αυ­το­κί­νη­το, τα εξαρ­τή­μα­τά του δεν θα απο­τε­λούν πια ένα αυ­το­κί­νη­το αλλά ξε­χω­ρι­στά εξαρ­τή­μα­τα των οποί­ων η σχέση με τα υπό­λοι­πα αλλά και με το αυ­το­κί­νη­το θα έχει χαθεί. Έτσι με το σχο­λείο, έτσι με τον αθλη­τι­σμό και τα έθιμα, έτσι και με την οι­κο­γέ­νεια και όλα τα άλλα, που αν τα εξε­τά­σου­με απο­κομ­μέ­να από την έντα­ξή τους στη δια­δι­κα­σία ανα­πα­ρα­γω­γής της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, εμ­φα­νί­ζο­νται ως θε­σμοί με θε­τι­κό ή από­λυ­τα θε­τι­κό πρό­ση­μο ή ως ανε­κτές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες (όπως η θρη­σκεία). Υπο­στέλ­λε­ται έτσι κάθε τα­ξι­κή κρι­τι­κή σε θε­σμούς με έντο­νο τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα, σε θε­σμούς-γρα­νά­ζια της γι­γα­ντιαί­ας κοι­νω­νι­κής μη­χα­νής που ελέγ­χει, δια­πλά­θει βιο­λο­γι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά, και διο­χε­τεύ­ει στην πα­ρα­γω­γή έναν ολό­κλη­ρο πλη­θυ­σμό, τον πλη­θυ­σμό των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, των προ­λε­τά­ριων, των πρε­κά­ριων, και του ημι-προ­λε­τα­ριά­του των υπη­ρε­σιών. "Το κε­φά­λαιο ρυθ­μί­ζει την πα­ρα­γω­γή της ίδιας της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, την πα­ρα­γω­γή της αν­θρώ­πι­νης μάζας που εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, στη βάση των ανα­γκών του για εκ­με­τάλ­λευ­ση" κατά τον Μαρξ, ή όπως λέει ο Φουκώ, η συσ­σώ­ρευ­ση αν­θρώ­πων ρυθ­μί­ζε­ται από την συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου.
Αυτά ως πα­ρά­δειγ­μα. Εάν στρα­φού­με προς την δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής θα δια­πι­στώ­σου­με ότι τα ίδια ισχύ­ουν και για αυτήν. Η ενό­τη­τά της δια­σπά­ται στα προ­γράμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς σε επι­μέ­ρους στοι­χεία που χά­νουν το τα­ξι­κό τους πρό­ση­μο: οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις θε­ω­ρού­νται ως ξε­χω­ρι­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ανά­πτυ­ξη, τε­χνο­λο­γία, βιο­μη­χα­νία, πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, αγο­ρές κλπ), και οι πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δεν χω­ρά­νε σε κα­νέ­να κε­φά­λαιο, και μια μόνο πλευ­ρά τους πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και τη σχε­τι­κή νο­μο­θε­σία —και ούτω κα­θε­ξής.

Ορ­γά­νω­ση του προ­γράμ­μα­τος ανά στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση
Η κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νία συ­ντί­θε­ται από δια­δι­κα­σί­ες, από τα προ­τσές στη σφαί­ρα της πα­ρα­γω­γής και της ανα­πα­ρα­γω­γής, και κάθε δια­δι­κα­σία συ­γκρο­τεί μια κοι­νω­νι­κή βαθ­μί­δα που δια­θέ­τει σχε­τι­κή αυ­το­νο­μία σε σχέση με το σύ­νο­λο, και σε κάθε βαθ­μί­δα μπο­ρού­με να ανα­γνω­ρί­σου­με τα προ­βλή­μα­τά μας και να ορί­σου­με μια στρα­τη­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­σης, ανα­τρο­πής ή επα­να­στα­τι­κών αλ­λα­γών.
Συ­νε­χί­ζο­ντας στο ίδιο πα­ρά­δειγ­μα, το δικό μας πρό­γραμ­μα θα έπρε­πε να πε­ρι­λαμ­βά­νει μια ενό­τη­τα για την κοι­νω­νι­κή ανα­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, με την ευ­ρεία της έν­νοια που εμπλέ­κει και τους ιδε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του Κρά­τους, και τις λει­τουρ­γί­ες της πόλης (ως πόλη του κε­φα­λαί­ου) και άλλα ακόμα. Σε αυτήν την ενό­τη­τα θα έπρε­πε να ανα­γνω­ρί­ζει τα προ­βλή­μα­τα των επι­κυ­ριαρ­χού­με­νων κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων και να προ­τεί­νει μια με­γά­λη, επο­μέ­νως μα­κρο­πρό­θε­σμη, στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ποια κα­τεύ­θυν­ση από όλες, είναι ένα πο­λι­τι­κό ζή­τη­μα που απο­μέ­νει κάθε φορά να λυθεί. Στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία της μνη­μο­νια­κής Ελ­λά­δας, θα είναι άραγε η απο­κα­τά­στα­ση των σπα­σμέ­νων δι­κτύ­ων του κοι­νω­νι­κού κρά­τους που εγκα­τα­λεί­πο­νται από την κρα­τι­κή μη­χα­νή και στε­ρούν πο­λύ­τι­μους πό­ρους από τις λι­γό­τε­ρο εύ­πο­ρες τά­ξεις; Θα είναι μήπως η προ­σπά­θεια με­τα­σχη­μα­τι­σμού της ίδιας της κα­θη­με­ρι­νής ζωής επί νέων αξιών ώστε να προ­κύ­ψουν κοι­νω­νι­κοί χώροι αυ­το­νο­μί­ας ένα­ντι του κε­φα­λαί­ου και του κρά­τους, μορ­φές αυ­τό­νο­μης ορ­γά­νω­σης της ζωής βα­σι­σμέ­νες στις αρχές της κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης και της κόκ­κι­νης αλ­λη­λεγ­γύ­ης; Αυτά θα κρι­θούν πο­λι­τι­κά, αλλά σε κάθε πε­ρί­πτω­ση μια στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση μπο­ρεί να ορι­στεί με σα­φή­νεια, όπως μπο­ρεί να ορι­στεί για κάθε επι­μέ­ρους μα­κρο­πρό­θε­σμο, στρα­τη­γι­κό, στόχο, ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα τον υπη­ρε­τεί.
Για την άλλη με­γά­λη δια­δι­κα­σία της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής κοι­νω­νί­ας, τη δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής, η οποία στην αστι­κή κρα­τι­κή τυ­πο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει την μι­κρο­οι­κο­νο­μία των επι­χει­ρή­σε­ων και την μα­κρο­οι­κο­νο­μία, την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή (ει­σο­δη­μα­τι­κή, νο­μι­σμα­τι­κή, συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή, κρα­τι­κή δια­χεί­ρι­ση του χρή­μα­τος και της πί­στης), τις διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές (αγορά ερ­γα­σί­ας, αγο­ρές προ­ϊ­ό­ντος, διάρ­θρω­ση των κλά­δων πα­ρα­γω­γής, βιο­μη­χα­νι­κή πο­λι­τι­κή) και άλλα, η με­γά­λη στρα­τη­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση φαί­νε­ται ότι εύ­κο­λα θα προσ­διο­ρι­στεί αφού όλοι τώρα θα συμ­φω­νού­σα­με ότι πρέ­πει να είναι ο σο­σια­λι­στι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός της πα­ρα­γω­γής.
Μια τέ­τοια ορ­γά­νω­ση της ύλης του προ­γράμ­μα­τος είναι ανα­γκαί­ος όρος για την πο­λι­τι­κή επα­νεκ­κί­νη­ση που χρειά­ζο­νται απελ­πι­σμέ­να οι δυ­νά­μεις μας, την γεί­ω­ση στη σύγ­χρο­νη τα­ξι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τη δια­τύ­πω­ση ενός ορά­μα­τος για μια κοι­νω­νία απε­λευ­θέ­ρω­σης από τα δεσμά του Κε­φα­λαί­ου, και για την ισχυ­ρή θέση στους κοι­νω­νι­κούς συ­σχε­τι­σμούς δύ­να­μης εδώ και τώρα.

Επιστροφή στις μάζες, αλλά πώς;

21 October 2015 16:16 Filed in: ηγεμονία
olga-ivanova-design-for-a-collective-dacha
Olga Ivanova, Design for a Collective Dacha, 1928.

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά στις 21 Οκτωβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εγκαταλείψει τη δουλειά στις μάζες ήδη από τον Ιούνιο του 2012, όταν στράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην πολιτική της ανάθεσης και στον κυβερνητισμό. Το ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο που πρέπει να συγκροτήσουμε τώρα, πρέπει να επιστρέψει στις μάζες -και όλοι συμφωνούμε σε αυτό. Επιστροφή στις μάζες, λοιπόν, αλλά με ποιον τρόπο;
Η αστική τάξη που κατέχει την εξουσία κατορθώνει, σε μεγάλο βαθμό, να επιβάλλει στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις τις δικές της αξίες σαν δικές τους επειδή οργανώνει τον καμβά των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες ζουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, οργανώνει δηλαδή τους υλικούς όρους για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, εγκαθίσταται μέσα στην καθημερινή ζωή τους, μετατρέπει την κυρίαρχη ιδεολογία σε κλειδί για να ερμηνεύουν τις εμπειρίες της καθημερινής τους ζωής και εγκαθίσταται έτσι μέσα στον ίδιο το χώρο των συναισθημάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία γίνεται «πρακτική ιδεολογία», δηλαδή ιδέες που καθοδηγούν στάσεις και συμπεριφορές, γίνεται ερμηνευτικό κλειδί των βιωμάτων, ηθική και συναίσθημα, επειδή είναι ενσωματωμένη σε όλες τις διαδικασίες συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής μας δύναμης: από το σχολείο (όπου μαζί με την «καθαρή» γνώση εγχαράσσονται στα παιδιά οι ιδέες της άρχουσας τάξης για την ιεραρχία, τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό, την πατρίδα και το Έθνος, τη θρησκεία και το μίσος για τον Άλλο κ.λπ.) μέχρι τις πράξεις αλληλεγγύης της Εκκλησίας (όπου μαζί με την πράξη εγχαράσσεται στους πιστούς η ιδέα ότι οι φτωχοί πρέπει να ζουν από τα περισσεύματα των πιο εύπορων), κάθε κοινωνική πρακτική συνοδεύεται από ιδεολογικό φορτίο που αποτίθεται στο μυαλό και τις ζωές όσων συμμετέχουν σε αυτήν την κοινωνική πρακτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δική μας Αριστερά, οι οργανωμένες δυνάμεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων, δεν μπορούν να αρκούνται στην εκφώνηση ενός προγράμματος, όσο άρτιο και αν είναι αυτό. Έχουν και θεωρητική και ιδεολογική δουλειά μέσα στην καθημερινή ζωή των μαζών: ό,τι συμβαίνει στην πράξη πρέπει να βρίσκει το αντίστοιχό του στις ιδέες, να μεταφράζεται σε ηθικές αξίες, για να αποκτά κοινωνική επικύρωση και αξιώσεις μετάφρασης του ταξικού, ειδικού συμφέροντος σε γενικό συμφέρον -και τελικά για να μετατρέπεται σε υλική δύναμη.
Φιλανθρωπία
Καμιά πράξη αλληλεγγύης δεν φέρει άλλο ιδεολογικό φορτίο πέραν αυτού που της προσδίδουμε εμείς με την κοινωνική πρακτική μας. Η αλληλεγγύη της Εκκλησίας και των άλλων φιλανθρωπικών οργανώσεων αποσκοπεί (συνειδητά ή όχι, δεν μας αφορά) στη συντήρηση των ήδη κατεστημένων σχέσεων, ρόλων και μορφών κοινωνικής πρακτικής που καθορίζουν και σχηματοποιούν την καθημερινή ζωή και το περιβάλλον στο οποίο αυτή διεξάγεται. Είναι μια συντηρητική αλληλεγγύη, της οποίας το ιδεολογικό πρόσημο προσδίδει η κοινωνική πρακτική της φιλανθρωπίας, δηλαδή η κοινωνική πρακτική να επιβιώνουν οι φτωχοί με τα απομεινάρια της κατανάλωσης των εύπορων και των πλουσίων. Η αλληλεγγύη των ακροδεξιών αποσκοπεί στην αναπαραγωγή των ήδη κατεστημένων ιδεών για τη Φυλή, τη Θρησκεία και το Έθνος, την αναπαραγωγή του μίσους για τον Άλλο.
Κόκκινη αλληλεγγύη
Για να είναι κόκκινο το χρώμα της δικής μας αλληλεγγύης, θα πρέπει να παρεμβαίνει στην ίδια τη διαδικασία της ύφανσης του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων με σκοπό την αλλαγή τους, να εγκαθιστά νέες μορφές κοινωνικής πρακτικής οι οποίες θα προαναγγέλλουν τον τύπο κοινωνίας που οραματιζόμαστε, να καταδεικνύει ότι αυτή δεν είναι ένα μελλοντικό στάδιο της ιστορίας αλλά μια τάση ενύπαρκτη στα πράγματα, είναι μια δυνατότητα εγγεγραμμένη σε αυτό που ζούμε σήμερα, είναι μια ανοιχτή δυνατότητα εγγεγραμμένη στο ίδιο το εσωτερικό του καπιταλισμού. Οι δικές μας δράσεις αλληλεγγύης θα πρέπει να προτείνουν να αναζητήσουμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που αναγγέλλει το τέλος της (παραφράζοντας τον Ίταλο Καλβίνο, «να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, στη μέση της βαρβαρότητας, δεν είναι βαρβαρότητα, και σε αυτά να κάνουμε χώρο, να τους δώσουμε διάρκεια»).
Η συλλογικότητα και η δημοκρατία, όσο και αν είναι αναγκαίες και πολύτιμες, δεν είναι αρκετές, διότι δεν σκιαγραφούν ένα υπόδειγμα κοινωνικής οργάνωσης αναγκαστικά διαφορετικό από το κυρίαρχο. Η αυτοοργάνωση και η αυτοδιεύθυνση στις γειτονιές, η αποεμπορευματοποίηση, οι αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι, τα κοινωνικά κέντρα και τα κοινωνικά ιατρεία, αντανακλούν συμβολικά τις αξίες της δικής μας, κόκκινης αλληλεγγύης. Οι συνεταιρισμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενεργειακή αυτονομία και εναντίον της λογικής της αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι μορφές μη καπιταλιστικής κοινοτικής παραγωγής (συλλογικές κουζίνες, καθαριστήρια, παιδικοί σταθμοί, κινηματογραφικές, μουσικές κ.λπ. λέσχες που λειτουργούν ως δικοί μας ιδεολογικοί μηχανισμοί), μπορούν να διαμορφώσουν χώρους ιδεολογικής απεμπλοκής της εργασίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευσης στη λογική και την ηθική της κοινωνίας των αναγκών και της κόκκινης αλληλεγγύης, σε αντιπαράθεση με τη λογική της κοινωνίας του κέρδους, της συσσώρευσης κεφαλαίου και της κατασπατάλησης των φυσικών πόρων.
Κοινωνικοποίηση
Αυτή η λογική μπορεί και πρέπει να εισχωρήσει και στα νοικοκυριά, να κοινωνικοποιήσει τις εργασίες που πραγματοποιούν ιδιωτικά και με τον τρόπο αυτό να προσφέρει στα μέλη τους μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης, όχι πια διαμέσου της αγοράς αλλά διά της παραγωγής δημόσιων, συλλογικών, κοινωνικών αγαθών κάτω από μη ιεραρχικές, μη ανταγωνιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο ανορθολογισμός της λιλιπούτειας κλίμακας της οικιακής εργασίας μπορεί να αντικατασταθεί με την εξωτερίκευση της οικιακής εργασίας, την κοινωνικοποίησή της, δηλαδή την πραγματοποίησή της από την κοινότητα και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών κατανάλωσης, παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων της εργασίας. Αυτή είναι η μόνη αντικαπιταλιστική λύση για την κατάργηση του ανορθολογισμού, του αναχρονισμού και της δουλείας της οικιακής εργασίας. Συλλογική φροντίδα και εκπαίδευση των παιδιών, αυτοδιαχειριζόμενοι παιδικοί σταθμοί, χώροι όπου τα παιδιά μπορούν να παίζουν συλλογικά, εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση, κοινοτικά πλυντήρια και εστιατόρια, συνεταιρισμοί τροφίμων, συλλογική φροντίδα των αρρώστων και των ηλικιωμένων, ανάπτυξη μορφών διαχείρισης που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία, συμμετοχή όλων στις δημόσιες υποθέσεις, κοινωνικά ιατρεία, και άλλα τόσα, με αποκλεισμό κάθε δυνατότητας εκμετάλλευσης της εργασίας.
Προϋποθέσεις
Οι προϋποθέσεις γι’ αυτά τα εγχειρήματα υπάρχουν: είναι οι άφθονοι χτισμένοι χώροι που κατακρατούνται σφραγισμένοι από την ιδιωτική ιδιοκτησία, τις τράπεζες και την κρατική μηχανή, είναι ο απέραντος στόλος των αχρησιμοποίητων οικιακών συσκευών, είναι οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εργαζόμενων τάξεων. Αυτοί που κινούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν χειρωνακτική εργασία και χειρίζονται τις μηχανές, μέχρι εκείνοι που ασκούν διανοητική εργασία και βάζουν σε εφαρμογή τις νέες τεχνολογικές γνώσεις, οργανώνουν τις ροές των υλικών και ορθολογικοποιούν τις διαδικασίες για λογαριασμό του καπιταλιστή, αυτοί οι ίδιοι μπορούν να στήσουν, να θέσουν σε κίνηση, να συντηρήσουν και να αναπτύξουν ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο.

Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;

17 October 2015 16:13 Filed in: ηγεμονία
151017-13271780005_9f5f212e2d_b-870x372

Δημοσιεύθηκε στο rednotebook στις 17 Οκτωβρίου 2015
Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.

Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.

1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.

Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και την μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κλπ, αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.

Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.

Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϋνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.

2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων

Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε την αντιμνημονιακή πολιτική.

Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.

Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στην συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’όλη την ήττα που δεχθήκαμε από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε

Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.

Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στον λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.

Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στον Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται για αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.

Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϋνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέυνς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μία κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις τον χρηματοπιστωτικό τομέα) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από την σοσιαλδημοκρατία και τον κεϋνσιανισμό.

Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϋνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στην μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μία κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με τον ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση / ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση / ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση –τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.

Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κλπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά την μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κλπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.

4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά

Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.

Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον την λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.

Βαδίζουμε χωριστά, χτυπάμε μαζί

24 September 2015 15:47 Filed in: ηγεμονία
150925-twin-houses-1969-870x418

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 24 και στο rednotebook στις 25 Σεπτεμβρίου 2015

Βρισκόμαστε τώρα αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια ότι οι εργαζόμενες τάξεις γύρισαν την πλάτη στη Λαϊκή Ενότητα, και για να είμαστε ακριβείς θεώρησαν κυριολεκτικά ανύπαρκτη την εναλλακτική λύση που παρουσίασε το κόμμα που στηρίξαμε. Θα έπρεπε να είναι προφανές, σε όλους όσοι νιώθουν ότι μπορούν να συνεχίσουν, ότι μετά από μια τέτοια συντριπτική ήττα δεν είναι δυνατόν να συνεχίζουμε όπως πρώτα, και ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να συγκροτήσουμε, και μάλιστα από μηδενική βάση, ανοίγοντας εξ’ υπαρχής όλα τα ζητήματα, από τις ιδεολογικές και θεωρητικές μας αναφορές, το στρατηγικό μας στόχο και πώς να τον πετύχουμε, το πολιτικό μας πρόγραμμα το άμεσο και το μεταβατικό, έως τη μορφή της οργάνωσης που πρέπει να υιοθετήσουμε και την εσωκομματική δημοκρατία.

Για να πε­τύ­χου­με όμως αυτά, θα πρέ­πει να εκτι­μή­σου­με ορθά τα επί­δι­κα αντι­κεί­με­να της ιστο­ρι­κής στιγ­μής - και αυτό μας φέρ­νει αντι­μέ­τω­πους με μια μεί­ζο­να δυ­σκο­λία που δεν χω­ρά­ει κάτω από το χαλί. Οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δια­τρέ­χο­νται από ισχυ­ρές δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές που δεν θα επέ­τρε­παν τη συ­γκρό­τη­ση ενιαί­ου κόμ­μα­τος.

Η πιο ση­μα­ντι­κή από αυτές είναι η εκτί­μη­ση της ιστο­ρι­κής στιγ­μής, της συ­γκυ­ρί­ας. Άλλοι θε­ω­ρούν πως η κύρια πο­λι­τι­κή αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι αφε­νός μεν με­τα­ξύ της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, που κα­λύ­πτε­ται από την έν­νοια του λαού, αφε­τέ­ρου δε του ιμπε­ρια­λι­σμού και των ολι­γά­ριθ­μων ντό­πιων συμ­μά­χων του. Είναι λο­γι­κό, όσοι δια­τυ­πώ­νουν αυτή την πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση να εμπνέ­ο­νται από το ιστο­ρι­κό υπό­δειγ­μα του ΕΑΜ ως υπό­δειγ­μα άσκη­σης πο­λι­τι­κής και να το προ­σαρ­μό­ζουν στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες. Άλλοι πάλι, έρ­χο­νται από δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις της Αρι­στε­ράς και εκτι­μούν ότι η κύρια αντί­θε­ση στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου και των συμ­μά­χων του (που δεν είναι μια δράκα εκ­με­ταλ­λευ­τών αλλά ένα ολό­κλη­ρο μπλοκ κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, με­ρί­δων τά­ξε­ων και ομά­δων) να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θούν, και να πά­ρουν και τα ρίσκα τους γι’ αυτό.

Δεν πρό­κει­ται για ισχνή δια­φο­ρά διότι εξει­δι­κεύ­ε­ται σε μια σειρά δι­χο­γνω­μιών, σε μια σειρά δια­φο­ρε­τι­κών απα­ντή­σε­ων στην ερώ­τη­ση «τι να κά­νου­με». Για πα­ρά­δειγ­μα, σε ποιους να απευ­θυν­θού­με; Εάν η κύρια αντί­θε­ση είναι με­τα­ξύ λαού και ιμπε­ρια­λι­σμού (και ντό­πιων συμ­μά­χων του), τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που πε­ρι­λαμ­βά­νει πάνω - κάτω τους πά­ντες εκτός από την ολι­γά­ριθ­μη τάξη της ολι­γαρ­χί­ας και του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου —και εδώ είναι ξε­κά­θα­ρο ότι απευ­θυ­νό­μα­στε και στη μι­κρο­α­στι­κή τάξη, τα λε­γό­με­να «με­σαία στρώ­μα­τα» που υπο­βαθ­μί­ζο­νται, τις μι­κρο­με­σαί­ες επι­χει­ρή­σεις (δη­λα­δή τους ιδιο­κτή­τες τους), τους μι­κρούς εμπό­ρους που κλεί­νουν τα μα­γα­ζιά τους, τους μι­σθω­τούς συλ­λή­βδην ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέση τους στην ερ­γα­σια­κή ιε­ραρ­χία κ.λπ. Εάν πάλι η κύρια αντί­θε­ση είναι τάξη ενα­ντί­ον τάξης, το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου ενα­ντί­ον των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, τότε πρέ­πει να απευ­θυν­θού­με στις συ­γκε­κρι­μέ­νες τά­ξεις - που ση­μαί­νει ότι δεν μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πού­με όσους ωφε­λού­νται από την απε­λευ­θέ­ρω­ση των απο­λύ­σε­ων, όπως τα αφε­ντι­κά, μικρά, με­σαία και με­γά­λα, και να εκ­προ­σω­πού­με ταυ­το­χρό­νως όσους θα τις υπο­στούν. Ούτε μπο­ρού­με να εκ­προ­σω­πή­σου­με όσους πε­ρι­μέ­νουν το μισθό των 751 ευρώ και τους ερ­γο­δό­τες τους ταυ­τό­χρο­να, όσους πα­ρα­μέ­νουν απλή­ρω­τοι και όσους δεν τους πλη­ρώ­νουν.

Είναι προ­φα­νές, λοι­πόν, ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις δεν μπο­ρούν να συ­γκρο­τη­θούν σε ενιαίο κόμμα. Μπο­ρούν όμως να ορ­γα­νω­θούν σε ξε­χω­ρι­στές πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ενιαία αντί­λη­ψη της συ­γκυ­ρί­ας, της κοι­νω­νι­κής απεύ­θυν­σης και της πο­λι­τι­κής δρά­σης, και εν συ­νε­χεία να συμ­με­τέ­χουν στο αντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο. Βα­δί­ζου­με ξε­χω­ρι­στά, χτυ­πά­με μαζί! Η δη­μιουρ­γία ή ανα­συ­γκρό­τη­ση ενός κόμ­μα­τος που θα υπο­κρύ­πτει μέ­τω­πο, όπου οι ρόλοι θα συγ­χέ­ο­νται και όλοι θα συ­νυ­πάρ­χουν μέσα στην ορ­γα­νω­τι­κή δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, θα οδη­γή­σει ανα­γκα­στι­κά στην πο­λυ­διά­σπα­ση και την πα­ρακ­μή.

Η εργατική ψήφος στον μεταλλαγμένο Σύριζα

23 September 2015 15:38 Filed in: ηγεμονία
Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά της 23 Σεπτεμβρίου 2015

Η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ της 20ής Σεπτεμβρίου άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί εργατική (με την έννοια ότι αναφέρεται στις εργαζόμενες τάξεις).
Όπως σωστά παρατηρεί ο Χριστόφορος Βερναρδάκης: «η ταξικότητα της ψήφου που καταγράφηκε τόσο δυναμικά στα εκλογικά αποτελέσματα του Ιανουαρίου –και επιβεβαιώθηκε με τη γεωγραφία του Δημοψηφίσματος– σταθεροποιήθηκε και έδειξε και σημάδια εμβάθυνσης. Ορισμένες πρώτες αναφορές σχετικά: Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις κατεξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές του Λεκανοπεδίου ήταν 42,8% τον Ιανουάριο και 42,7% τον Σεπτέμβριο. Αντίστροφα, το ποσοστό της ΝΔ στις ίδιες περιοχές πήγε από 18,8% τον Ιανουάριο στο 18,2% το Σεπτέμβριο».
Αυτή η σωστή παρατήρηση, ωστόσο, χρήζει ερμηνείας. Άλλη ερμηνεία θα δώσει ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ και άλλη θα δώσουν οι ηττημένες δυνάμεις της αντιμνημονιακής Αριστεράς.
Γιατί οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ;
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ είναι προβλέψιμο ότι θα γίνει μια απλή ιδεολογική προέκταση της σωστής διαπίστωσης ότι οι εργαζόμενες τάξεις ψήφισαν στις 20 Σεπτεμβρίου τον ΣΥΡΙΖΑ: οι σοσιαλφιλελεύθεροι Συριζαίοι ιδεολόγοι (μια νέα κοινωνική ομάδα που συγκροτείται ταχύτατα υπό την πίεση των αναγκών της ιστορικής στιγμής) θα ισχυρισθούν ότι ο μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εκφραστής των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων –διότι, εάν δεν ισχύει αυτό, πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη μαζική τους υποστήριξη στον Αλέξη Τσίπρα;
Αλλά και από τη δική μας πλευρά, της ηττημένης Αριστεράς, αρχίζουν ήδη και αναδύονται στα κοινωνικά δίκτυα, μία μόλις ημέρα μετά τις εκλογές, ορισμένες ερμηνείες του φαινομένου.
Μία ερμηνεία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εκτρέψει ένα μεγάλο ρεύμα άρνησης και διαμαρτυρίας σε ένα μεγάλο ρεύμα κοινωνικής συναίνεσης και υποταγής. Μια τέτοια ερμηνεία, ωστόσο, έχει το μειονέκτημα ότι θεωρεί τις διαδικασίες στους κόλπους της κοινωνίας ως ταχύτατες, όταν ως γνωστόν είναι αργόσυρτες, ότι θεωρεί τις κοινωνικές ισορροπίες ασταθείς, ενώ είναι δυσκατάπαυστες, χώρια που αποδίδει στις εργαζόμενες τάξεις την επιπολαιότητα μικρού παιδιού που μπορεί να περάσει από την αυτονομία στην υποταγή εντός 24ώρου.
Μια άλλη παραλλαγή της ίδιας ερμηνείας, με μεγαλύτερες θεωρητικές αξιώσεις, είναι ότι υπάρχει πλέον εξοικείωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας με την κανονικότητα των μνημονίων. Εδώ όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα πώς προέκυψε αυτή η υποτιθέμενη εξοικείωση μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο; Η εξοικείωση με την κανονικότητα ενός νέου, αναδυόμενου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή ενός νέου καθεστώτος εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ανήκει στην αργόσυρτη διάρκεια της ιστορίας, δεν συμβαίνει ως αιφνίδιο γεγονός σαν και αυτά που ανήκουν στον ταχύ χρόνο της πολιτικής. Εκτός αυτού, μόνον όταν θα έχουμε σαφή και απτά δείγματα μιας τέτοιας εξοικείωσης (όπως π.χ. όταν θα δούμε τους μισθούς να μην αυξάνονται, ενώ θα μειώνεται το ποσοστό ανεργίας) θα μπορούμε να αποδεχθούμε την ύπαρξή της.
Από το 62% ΟΧΙ στο 35,5% ΣΥΡΙΖΑ
Τέτοιες ερμηνείες, που βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό διάσπαρτες και με διάφορες παραλλαγές στα κοινωνικά δίκτυα, συνοψίζονται στην ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ του 62% του Ιουλίου και του χθεσινού 37% του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει, όμως πράγματι μια τέτοια αντίθεση;
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις εξέφρασαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστροφή τους προς τη μνημονιακή πολιτική, τη βαθιά επιθυμία τους να μην υποστούν τις συνέπειες ενός τρίτου μνημονίου.
Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, ψηφίζοντας ΟΧΙ δήλωσαν ότι αποστρέφονται τη μνημονιακή πολιτική και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε είναι έτοιμοι να αναλάβουν και κάποια ρίσκα γι’ αυτό (με δεδομένες τις κλειστές τράπεζες, την επιθετικότητα του ταξικού μπλοκ εξουσίας και των λοιπών συνθηκών των ημερών εκείνων). Στη δε περίπτωση των χθεσινών εκλογών, ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσαν ότι επιθυμούν να αποφύγουν πάση θυσία τις συνέπειες του Μνημονίου 3, «δίνοντας εντολή» στον Αλέξη Τσίπρα να είναι επιεικής στην εφαρμογή του μνημονίου, με τον πολύ συγκεκριμένο τρόπο που εκείνος υπόσχεται, δηλαδή αναπτύσσοντας το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμά» του για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Μνημονίου 3.
Οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις δεν έδωσαν «καθαρή λαϊκή εντολή» στον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το αντικοινωνικό περιεχόμενο του μνημονίου Τσίπρα, αλλά να εφαρμόσει «παράλληλο πρόγραμμα» αντισταθμιστικό προς το μνημόνιο. Το κίνητρο γι’ αυτή τη στάση των εργαζόμενων τάξεων είναι η αποστροφή προς τη μνημονιακή πολιτική και τα δεινά που ρημάζουν την καθημερινή τους ζωή. Είναι η ίδια αποστροφή που εκφράστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους απέναντι σε δύο διαφορετικά διλήμματα: Άλλη απάντηση έδωσαν οι εργαζόμενες τάξεις στο δημοψήφισμα, όταν θέλησαν να αποφύγουν να μπει ξανά το μαχαίρι στο λαιμό, και άλλη έδωσαν χθες, όταν το μαχαίρι είχε ήδη αρχίσει να πληγώνει, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις το κίνητρο ήταν το ίδιο. Η απαλλαγή από το μνημόνιο ή έστω η απάλυνση των δεινών που επιφέρει.
Αυτά βεβαίως δεν αφορούν το σκληρό πυρήνα ανεγκέφαλων οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το νέο είδος μετα-πασοκικού ανθρώπου που αναδύθηκε από τη στιγμή που άρχισε η μνημονιακή μετάλλαξη του Αλέξη Τσίπρα, ούτε τη γραφειοκρατία του κόμματος, τους καρεκλοκένταυρους, ούτε τους σοσιαλφιλελεύθερους ιδεολόγους του κόμματος και τα δορυφορικά τους παπαγαλάκια, αφορούν όμως τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων τάξεων που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ.
Υποταγή του «αντιμνημονιακού λαού»;
Δεν υπάρχει, λοιπόν, συναίνεση και υποταγή του αντιμνημονιακού λαού που εκφράστηκε τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα, ούτε υπάρχει εξοικείωσή του, εν μια νυκτί, με τη μνημονιακή κανονικότητα –και γι’ αυτό το λόγο η ήττα της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν μόνο πολιτική, δεν ήταν κοινωνική. Μπορεί η ήττα να βύθισε τους πολιτικούς αντιμνημονιακούς σχηματισμούς στα όρια της ανυπαρξίας, αλλά δεν αποδιάρθρωσε την κοινωνική βάση τους που είναι το συγκρότημα κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων που αναδύθηκε στην επιφάνεια του πολιτικού με το δημοψήφισμα του Ιουλίου απέναντι και ενάντια στο κυρίαρχο αστικό κοινωνικό μπλοκ.
Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα, γιατί οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ότι η λιγότερο κακή επιλογή τους ήταν να ψηφίσουν τον επιεικέστερο (ίσως) των υποψήφιων βασανιστών τους, τη στιγμή που υπήρχε και η επιλογή της αντιμνημονιακής Λαϊκής Ενότητας; Η σκληρή αλήθεια είναι ότι οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις θεώρησαν ως ανύπαρκτη εναλλακτική λύση τη Λαϊκή Ενότητα –αλλιώς δεν εξηγείται το εκλογικό ποσοστό της. Είναι προφανές, λοιπόν, τώρα ότι πρέπει να ανοίξει αμέσως μια μεγάλη συζήτηση για τη νέα πολιτική οργάνωση που πρέπει να χτίσουμε από μηδενική βάση, με όλα τα ζητήματα ανοιχτά, από το πολιτικό μας σχέδιο και τις λεπτομέρειες του προγράμματος έως τη μορφή της οργάνωσης και την εσωκομματική δημοκρατία, το ιδεολογικό μας πρόσημο και όλα τα άλλα, εκτιμώντας ορθά τα επίδικα αντικείμενα της ιστορικής στιγμής και αξιοποιώντας τα διδάγματα από την συντριπτική ήττα της Λαϊκής Ενότητας. - See more at: http://dea.org.gr/%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1#sthash.GE20J1ng.dpuf

Υπάρχει " καλό ευρώ ";

10 September 2015 15:15 Filed in: ηγεμονία
url-4

Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 10 Σεπτεμβρίου 2015

Εάν υπάρχει «καλή δραχμή», αναρωτιέται ο Μισέλ Iσόν, γνωστός Γάλλος οικονομολόγος της 4ης Διεθνούς, σε άρθρο του θέλοντας να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που υποτίθεται ότι διεξάγεται στην Ελλάδα γύρω από το δίλημμα ευρώ έναντι δραχμής. Το άρθρο του αναλώνεται σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι δεν υπάρχει «καλή δραχμή», αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που θα υπάρξουν στη διάρκεια μιας ενδεχόμενης μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα. Καμία έκπληξη λοιπόν που δημοσιεύθηκε στην «Εποχή», σε μια εφημερίδα που έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο του μεταλλαγμένου, μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Με δε­δο­μέ­νη τώρα την απή­χη­ση που είχε το άρθρο του Μισέλ Ισόν ακόμη και σε κύ­κλους που στέ­κο­νται κρι­τι­κά ένα­ντι του μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (μετά και από την ανα­δη­μο­σί­ευ­ση του άρ­θρου στο rednotebook), αξί­ζει να συ­νε­χί­σου­με τη δου­λειά που ξε­κί­νη­σε ο Γάλ­λος οι­κο­νο­μο­λό­γος από εκεί που την άφησε, θέ­το­ντας δη­λα­δή εμείς το ερώ­τη­μα εάν υπάρ­χει «καλό ευρώ». Γιατί όποιος ρω­τά­ει μόνο εάν υπάρ­χει «καλή δραχ­μή», αφή­νει τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη.

Με το ευρώ, εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση για πάντα

Το ευρώ, λοι­πόν, είναι εκ φύσεως «κακό», διότι επιβάλλει σε κάθε οι­κο­νο­μία της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης να αντι­με­τω­πίζει τις μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές της ανι­σορ­ρο­πίες με τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης, δη­λα­δή με τρόπο που στρέφεται ευθέως κατά των ερ­γα­ζόμενων τάξεων και των συν­δι­κα­λι­στι­κών τους ορ­γα­νώσεων. Το ευρώ επιβάλλει τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης ανεξάρτητα από τους θε­σμούς που ορί­ζουν τον τρόπο λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­ζώ­νης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας και των άλλων βαθ­μί­δων της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης. Είναι η θε­σμο­θε­τη­μένη μορφή της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης - και όλοι μας πλέον γνω­ρί­ζου­με τι ση­μαί­νει εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση. Επο­μέ­νως, δεν είναι μια πο­λι­τι­κή (και μόνο κα­τα­χρη­στι­κά την απο­κα­λού­με έτσι), διότι στην έν­νοια της πο­λι­τι­κής εμπε­ριέ­χε­ται η έν­νοια της επι­λο­γής. Στην πε­ρί­πτω­ση, όμως, της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, από τη στιγ­μή που υιο­θε­τείς το ευρώ, δεν υπάρ­χει επι­λο­γή, πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία προ­σαρ­μο­γής που ακο­λου­θεί ανα­γκα­στι­κά κάθε χώρα της Ευ­ρω­ζώ­νης όταν πρέ­πει να μειω­θούν οι τιμές της ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών της, για λει­τουρ­γία χτι­σμέ­νη μέσα στην δομή του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, ανα­γκα­στι­κή και υπο­χρε­ω­τι­κή - και αυτό που της προσ­δί­δει αυτόν τον ανα­γκα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα είναι η υιο­θέ­τη­ση του ευρώ ως εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Δεν χρειά­ζε­ται, δη­λα­δή, να υπάρ­ξει πο­λι­τι­κή από­φα­ση, επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση και εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα της δια­δι­κα­σί­ας ώστε να εκ­κι­νή­σει η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση - θα ξε­κι­νή­σει μόνη της, έχει αυ­τό­μα­το πι­λό­το που εγκα­τα­στά­θη­κε εδώ με την υιο­θέ­τη­ση του ευρώ. Ούτε μπο­ρεί κά­ποιος να απαλ­λα­γεί από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή απαλ­λά­χθη­κε από τα μνη­μό­νια (που βε­βαί­ως ενι­σχύ­ουν και διευ­ρύ­νουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά της). Η Ισπα­νία και η Ιτα­λία δεν υπά­χθη­καν σε μνη­μό­νιο, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης ξε­κί­νη­σε εκεί και ανα­πτύ­χθη­κε πλή­ρως. Ούτε απαλ­λάσ­σε­ται μια χώρα από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή μεί­ω­σε το εξω­τε­ρι­κό χρέος της.

Για να γίνει κα­τα­νοη­τό, όμως, για ποιο λόγο ισχύ­ουν αυτά, πρέ­πει να κά­νου­με έναν μικρό απο­λο­γι­σμό των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων.

Μι­κρός απο­λο­γι­σμός των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων

Ας ξε­κι­νή­σου­με με την αφή­γη­ση της δια­δι­κα­σί­ας της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης από τους ίδιους τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους στην ιδε­α­τή, στην κα­θα­ρή μορφή της, στην «αγνό­τη­τα» που εμ­φα­νί­ζει στο εσω­τε­ρι­κό της δικής τους θε­ω­ρί­ας. και ας δούμε μετά τι πραγ­μα­τι­κά έχει απο­δώ­σει αυτή η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση.

Το κα­θε­στω­τι­κό δι­ή­γη­μα της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πάει ως εξής:

Μέρος πρώτο: Στην οι­κο­νο­μία επι­βάλ­λε­ται ένα αρ­νη­τι­κό σοκ, μια μεγάλη εκού­σια ή ακού­σια μείωση της ζήτησης, που οδη­γεί αμέ­σως σε μείωση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης, και συ­να­κό­λου­θα σε άνοδο της ανερ­γίας - η οι­κο­νο­μία λοι­πόν εισέρχε­ται σε περίοδο ύφεσης. Καθώς δεν υπάρχει εθνι­κό νόμισμα να υπο­τι­μη­θεί για να μειώ­σει τις εγ­χώ­ριες τιμές και να αυξήσει έτσι την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τη μειω­μέ­νη ζήτηση,[1] ανοίγεται ανα­γκα­στι­κά ο δρόμος σε έναν άλλον τρόπο προ­σαρ­μο­γής της οι­κο­νο­μίας, αυτόν που ονο­μά­ζε­ται «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» (και πε­ρι­γρά­φε­ται αμέ­σως πα­ρα­κά­τω ως δεύ­τε­ρο και τρίτο μέρος της κα­θε­στω­τι­κής αφή­γη­σης).
Μέρος δεύ­τε­ρο: Στο νέο, μειω­μένο επίπεδο πα­ρα­γω­γής και αυ­ξη­μένης ανερ­γίας, τα συν­δι­κάτα και οι ερ­γα­ζόμενοι θα απολέσουν ένα μέρος από τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή τους δύναμη, με αποτέλεσμα οι μι­σθοί τους να μειω­θούν. Θα πρέ­πει δε να κα­τα­νο­ή­σουν ότι επι­βάλ­λε­ται να απο­δε­χθούν τις τόσο γνω­στές σε εμάς διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας για να βοη­θή­σουν τη χώρα - και όταν δεν το κα­τα­νο­ούν, οι δυ­σμε­νείς αλ­λα­γές θα πρέ­πει να τους επι­βλη­θούν από την πο­λι­τι­κή ηγε­σία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο όνομα του γε­νι­κού συμ­φέ­ρο­ντος (όπως το κα­τα­νο­εί η κυ­ρί­αρ­χη τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών και των οι­κο­νο­μο­λό­γων που τους υπη­ρε­τούν).
Μέρος τρίτο: Η μείωση του κόστους ερ­γα­σίας που θα προ­κύ­ψει έτσι, υπο­τί­θε­ται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των εγ­χω­ρί­ων τιμών, επομένως και σε βελτίωση της αντα­γω­νι­στι­κότητας τιμής. Εάν π.χ. το κό­στος ερ­γα­σί­ας ανά μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντος μειω­θεί κατά 20%, πε­ρί­που όσο και στην Ελ­λά­δα, οι τιμές θα μπο­ρού­σαν να μειω­θούν έως και 20% χωρίς να θι­γούν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων. Ιδού, λοι­πόν, που υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση (μεί­ω­ση των εγ­χω­ρί­ων τιμών) χωρίς εθνι­κό νό­μι­σμα, χωρίς νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση.
Αυτά δι­η­γεί­ται η κα­θε­στω­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτά που αφη­γεί­ται στο πρώτο και το δεύ­τε­ρο μέρος της, δη­λα­δή η ύφεση, η άνο­δος της ανερ­γί­ας, η μεί­ω­ση των μι­σθών και η κα­τα­στρο­φή των θε­σμών της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας που προ­στα­τεύ­ουν τους ερ­γα­ζό­με­νους, βε­βαί­ως και έχουν επα­λη­θευ­θεί πλή­ρως - όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Το τρίτο μέρος της θε­ω­ρί­ας τους, όμως, ότι θα μειω­θούν οι τιμές, και χάρη σε αυτό θα αυ­ξη­θούν η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, οι εξα­γω­γές, το ΑΕΠ και η απα­σχό­λη­ση, δεν το εί­δα­με,[2] ούτε στην Ελ­λά­δα και την Πορ­το­γα­λία που ήταν σε μνη­μό­νιο,[3] ούτε στην Ισπα­νία και την Ιτα­λία που δεν ήταν σε μνη­μό­νιο, είτε σε άλλες χώρες που είχαν πιο σύ­ντο­μα είτε λι­γό­τε­ρο σφο­δρά επει­σό­δια εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης (π.χ. Γαλ­λία, Γερ­μα­νία στα χρό­νια της agenda 2010).[4] Το μέσο πε­ρι­θώ­ριο κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων είτε έμει­νε άθι­κτο είτε αυ­ξή­θη­κε (με­ρι­κές φορές θε­α­μα­τι­κά) με αντί­στοι­χη μείωση του μέσου μι­σθού συ­νο­δευό­με­νη από ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών των εξα­γω­γών (που είναι και το τε­λι­κό ζη­τού­με­νο μιας υπο­τί­μη­σης). Πα­ντού η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης απο­δυ­νά­μω­σε τα ερ­γα­τι­κά σω­μα­τεία και τους θε­σμούς που απο­κρυ­στάλ­λω­ναν τις πα­λιές κα­τα­κτή­σεις τους, πα­ντού ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων με­τα­τρά­πη­κε δρα­μα­τι­κά υπέρ του κε­φα­λαί­ου χάρη στη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης και στο όνομα του ευρώ.[5] Πα­ντού οι ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών δεν οφεί­λο­νταν σε κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία, σε ελ­λι­πή εφαρ­μο­γή των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής ή σε κά­ποια αμέ­λεια των κυ­βερ­νή­σε­ων, αλλά οφεί­λο­νταν σε δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής,[6] χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αμε­τά­βλη­τα, που ισχύ­ουν δη­λα­δή για όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού σε όλες τις επο­χές και συ­γκυ­ρί­ες.

Στην πα­ρα­πά­νω πε­ρι­γρα­φή της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, είτε όπως αυτή εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θε­στω­τι­κή αφή­γη­σή της, είτε όπως υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κά, δεν πα­ρεμ­βάλλε­ται που­θε­νά ο χα­ρα­κτήρας της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας, ούτε κάποιου άλλου θε­σμού της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης, δεν γί­νε­ται καμιά ανα­φο­ρά σε άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ευ­ρω­ζώ­νης: Απλά και μόνον η ύπαρξη κοι­νού νομίσμα­τος, του ευρώ, απο­τε­λεί την ανα­γκαία και ικανή συνθήκη της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης. Το ευρώ είναι η ικανή και ανα­γκαία συν­θή­κη για την ύπαρ­ξη ενός πα­νί­σχυ­ρου μη­χα­νι­σμού εκτό­νω­σης της πίεσης του διε­θνούς αντα­γω­νι­σμού πάνω στην αγορά ερ­γα­σίας, είναι η μη­χα­νή που με­τα­τρέπει συ­νε­χώς το συ­σχε­τι­σμό δυνάμεων σε βάρος των ορ­γα­νω­μένων δυνάμεων των ερ­γα­ζο­μένων. Το ευρώ μόνο του, χωρίς να χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν άλλο θεσμό ή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ευ­ρω­ζώ­νης, υπο­χρε­ώ­νει κάθε ερ­γα­τι­κή τάξη να πε­ρά­σει μέσα από τις μυ­λό­πε­τρες της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης. Η εσω­τε­ρι­κή υποτίμηση υπάρ­χει επει­δή είναι εν­σω­μα­τω­μένη στην ύπαρξη του ευρώ.[7] Δεν υπάρ­χει, ούτε μπο­ρεί να υπάρ­ξει «καλό ευρώ».


[1] Για τον τρόπο που λει­τουρ­γεί η οι­κο­νο­μία όταν υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, βλ. στο άρθρο “Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις” στο http:// rproject. gr/ article/ i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis

[2] Artus P. “What is to be done in the euro zone since internal devaluations do not work?”, 7 Μαρ­τί­ου 2013, Natixis, http:// cib. natixis. com/ flushdoc. aspx? id=68885

[3] Οι εξε­λί­ξεις στην Ιρ­λαν­δία δεν είχαν τον ίδιο έντο­νο χα­ρα­κτή­ρα καθώς η χώρα αυτή δια­τη­ρεί προ­νο­μια­κές εμπο­ρι­κές και πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις με τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε μετά την οξεία φάση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης (2008-2009) και προ­κά­λε­σε με­γέ­θυν­ση των ιρ­λαν­δι­κών εξα­γω­γών. Η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης δεν μεί­ω­σε τις τιμές των εξα­γω­γών πα­ρό­τι μεί­ω­σε τις εγ­χώ­ριες τιμές για εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

[4] Χρειά­στη­κε μια κρίση βα­θύ­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας από την με­γά­λη κρίση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 στις ΗΠΑ για να μειω­θούν οι εγ­χώ­ριες τιμές στην Ελ­λά­δα κατά 4% (με­τα­ξύ πρώ­του τρι­μή­νου 2010 και πρώ­του τρι­μή­νου 2015). Βλ. ανα­λυ­τι­κά στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και την απα­σχό­λη­ση. Για την Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία βλ. στο Gonzalez & Gutierrez (2014) “Internal devaluation in the European periphery: the story of a failure”, UCLM, http:// dialnet. unirioja. es/ servlet/ articulo? codigo=4830673& orden=1& info=... . Για άλλες χώρες βλ. στο Artus P., “Prices are sticky in virtually all countries, which means nominal adjustments and"internal devaluations" are doomed to fail”, 7 Νο­εμ­βρί­ου 2012, http:// cib. natixis. com/ flushdoc. aspx? id=66833

[5] Φυ­σι­κά και ο συ­νο­λι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων δεν με­τα­τρά­πη­κε απο­κλει­στι­κά χάρη σε αυτά, φυ­σι­κά και υπήρ­ξαν και άλλες πα­ράλ­λη­λες επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πα­ντού ήταν η κύρια συ­νι­στώ­σα της επί­θε­σης.

[6] Στη διάρ­κεια των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­τε­λεί­ται μια «φυ­σι­κή επι­λο­γή» των αν­θε­κτι­κό­τε­ρων κε­φα­λαί­ων και μια κα­τα­στρο­φή των λι­γό­τε­ρο απο­δο­τι­κών κε­φα­λαί­ων. Η συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται εξαι­ρε­τι­κά, αλλά όχι τόσο για κάθε επι­χεί­ρη­ση ξε­χω­ρι­στά, αφού οι ισχυ­ρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που επι­ζούν ιδιο­ποιού­νται την ζή­τη­ση των αντα­γω­νι­στών τους που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση. Κάθε ξε­χω­ρι­στή επι­χεί­ρη­ση που επέ­ζη­σε, μπο­ρεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους αντα­γω­νι­στές της, να υπε­ρα­σπί­ζε­ται αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά το ύψος των τιμών της. Μια ανά­λο­γη δια­δι­κα­σία κα­τα­στρο­φής δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται στην αγορά ερ­γα­σί­ας, όπου οι άνερ­γοι δεν εξα­φα­νί­ζο­νται όπως εξα­φα­νί­ζε­ται το απα­ξιω­μέ­νο κε­φά­λαιο των επι­χει­ρή­σε­ων που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση, αλλά πα­ρα­μέ­νουν στην αγορά ερ­γα­σί­ας για πολύ καιρό και ασκούν πτω­τι­κή πίεση επί των μι­σθών. Αυτά δεν απο­τε­λούν κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία της μιας ή της άλλης χώρας, αλλά δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής.

[7] Ας προ­σθέ­σου­με σε αυτά και ότι καθώς οι τιμές δεν μειώ­νο­νται ου­σια­στι­κά με την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση, αυτή δεν υπο­κα­θι­στά τη βα­σι­κή λει­τουρ­γία της υπο­τί­μη­σης ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος η οποία κα­θι­στά αμέ­σως φθη­νό­τε­ρα τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα. Με το ευρώ, τα ελ­λείμ­μα­τα στο εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο αγα­θών και υπη­ρε­σιών δεν κλεί­νουν μέσω αλ­λα­γών στις τιμές αλλά με μεί­ω­ση της ζή­τη­σης, δη­λα­δή με ύφεση (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της Ελ­λά­δας, της Ισπα­νί­ας και της Πορ­το­γα­λί­ας στη διάρ­κεια της τρέ­χου­σας κρί­σης). Έτσι, σε κα­θε­στώς ευρώ, η ύφεση και η βρα­δεία ανά­πτυ­ξη είναι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να υπάρ­χει ισο­σκε­λι­σμέ­νο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών. Αυτό μπο­ρεί να ανα­τρα­πεί με με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα (βελ­τί­ω­ση ποιό­τη­τας, πα­ρα­γω­γή νέων προ­ϊ­ό­ντων κ.λπ.). Οι αλ­λα­γές αυτές όμως πραγ­μα­το­ποιού­νται σε ορί­ζο­ντα δε­κα­ε­τί­ας και ευ­νο­ού­νται από συν­θή­κες τα­χεί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου - κάτι που δεν ευ­νο­εί η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης.

Μια ταξικά μεροληπτική πρόταση για τη μείωση της ανεργίας

09 September 2015 11:42 Filed in: ηγεμονία
banner12

Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αριστερά 9/9/2015.

1. Η υψηλή ανεργία είναι δομικό στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η μείωση και εν συνεχεία η διατήρηση των μισθών σε βαλκανικά επίπεδα είναι συστατικό στοιχείο του μνημονιακού μοντέλου ανάπτυξης, του μνημονιακού μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που οικοδομείται σταδιακά στην Ελλάδα μέσω της εφαρμογής των διαδοχικών «προγραμμάτων προσαρμογής της οικονομίας».
Υπάρχουν δύο όροι για να διατηρούνται οι μισθοί σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Ο πρώτος είναι να υπάρχει χρόνια υψηλή ανεργία ως μέσο πειθάρχησης των εργαζόμενων τάξεων και ο δεύτερος είναι η διατήρηση της αγοράς εργασίας σε καθεστώς μόνιμης απορρύθμισης. Η χρόνια και υψηλή ανεργία είναι δομικό, δηλαδή αναπόσπαστο και διαρκές στοιχείο του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου. Με πιο απλά λόγια, το μνημονιακό καθεστώς, που οικοδομείται τώρα με σκοπό να παραμείνει κατά τις επόμενες δεκαετίες, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υψηλά ποσοστά ανεργίας τόσο υψηλά, ώστε να συμπιέζουν τους μισθούς.
Ακόμη και εάν το καθεστώς ξεφύγει κάποια στιγμή από την ύφεση, η μεγέθυνσή του θα είναι αναγκαστικά περιορισμένη, ώστε να διατηρείται υψηλό το ποσοστό ανεργίας, να παραμένουν πειθαρχημένες οι εργαζόμενες τάξεις και να αποδέχονται χαμηλούς μισθούς -τόσο χαμηλούς, ώστε η κερδοφορία να ανέρχεται στο ύψος που επιθυμεί και απαιτεί το κεφάλαιο.
Όποιος, λοιπόν, εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική εργάζεται αναγκαστικά για ένα μέλλον χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και υψηλής ανεργίας –και εάν νομίζει ότι μπορεί να κάνει κάτι ενάντια σε αυτό, όπως αρκετά στελέχη του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται, κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους.
Εμείς όμως -και μιλώ τώρα για τη Λαϊκή Ενότητα- θα μπορούσαμε να μειώσουμε την ανεργία; Τι πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμά μας γι’ αυτό;
2. Για τη μείωση της ανεργίας στη βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη διάρκεια
Σημείο εκκίνησης μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας και θα αυξήσει την απασχόληση. Τα κύρια βήματα για την αύξηση της ζήτησης μπορούν να είναι τα εξής:
α. Το κράτος να αναλάβει τον ρόλο του εργοδότη τελευταίας καταφυγής, χρηματοδοτώντας μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και στους κρίσιμους τομείς (υγεία και κοινωνική πολιτική), όπου οι κοινωνικές ανάγκες παραμένουν δραματικά ακάλυπτες.
β. Ταυτοχρόνως, μια πρόσθετη αύξηση της ζήτησης ήδη από το πρώτο έτος θα προέλθει από την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, που θα προκαλέσει μια συγκριτικά μικρότερη, αλλά αξιόλογη αύξηση του μέσου μισθού. Προκειμένου να αναπτυχθεί ελεύθερα το παιχνίδι μεταβίβασης της αύξησής του σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσουμε και όλα όσα ανήκουν στην κινηματική πρακτική και τον ταξικό συνδικαλισμό.
γ. Αύξηση του μέσου μισθού δεν θα επέλθει, όμως, μόνο εξαιτίας της αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά και επειδή θα αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, ώστε να ευνοεί την ισχύ των μισθωτών στις διαπραγματεύσεις έναντι των εργοδοτών.
Έτσι, θα επέλθει αύξηση της ζήτησης ως το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αρχικής μεγέθυνσης της απασχόλησης και της αύξησης των μισθών, δηλαδή της αύξησης του συνολικού εισοδήματος της μισθωτής εργασίας. Αυτή η μεγέθυνση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, όπως έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες για την Ελλάδα, είναι ικανή να οδηγήσει σε διαδοχικούς κύκλους αυξήσεων της παραγωγής, διότι έχει μεγαλύτερη σημασία ως ζήτηση παρά ως κόστος (τουλάχιστον για όσο καιρό υπάρχει αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό).
Αυτά θα ισχύουν έως ότου η οικονομία χρησιμοποιήσει το παραγωγικό της δυναμικό πλήρως ή στο μεγαλύτερο βαθμό του. Μετά από αυτό, η μείωση της ανεργίας θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες που δρουν στη μακροχρόνια διάρκεια.
3. Για τη μείωση της ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια
Ο βασικός καθορισμός του ποσοστού ανεργίας στη μακροχρόνια διάρκεια είναι το ύψος της απαίτησης του κεφαλαίου επί του προϊόντος, δηλαδή του στόχου που θέτουν οι επιχειρήσεις για τα κέρδη τους. Όσο υψηλότερη είναι η απαίτηση του κεφαλαίου επί του προϊόντος, όσο υψηλότερος είναι ο στόχος που έχει θέσει για τα κέρδη, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το μερίδιο του ΑΕΠ που το κεφάλαιο θέλει να ιδιοποιηθεί, τόσο χαμηλότεροι πρέπει να είναι οι μισθοί για να δεχθούν οι επιχειρήσεις να απασχολήσουν το εργατικό δυναμικό και τόσο υψηλότερη πρέπει να είναι η ανεργία.
Αυτός είναι ο λόγος που τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι, μέσα στην κρίση, το μέσο περιθώριο κέρδους στην Ελλάδα αυξήθηκε κατακόρυφα και διέγραψε πορεία ακριβώς παράλληλη με την καμπύλη του ποσοστού ανεργίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη στενή σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών.
Επομένως, η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα χωρίς να μειωθούν οι απαιτήσεις κερδοφορίας των επιχειρήσεων, που κατά μέσο όρο απολαμβάνουν σήμερα στην Ελλάδα υπερμεγέθη περιθώρια κέρδους σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Μια τέτοια μείωση των υπέρογκων απαιτήσεων κερδοφορίας μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους:
α. Ακριβώς όπως οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου μειώνουν την ικανότητα των μισθωτών εργαζομένων να αυξάνουν το εισοδηματικό μερίδιό τους στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έτσι και η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να μειώσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν το μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ, επιβάλλοντας διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές των προϊόντων, ώστε να μειωθούν οι ολιγοπωλιακές τιμές σε μεγάλους και σημαντικούς κλάδους παραγωγής (σε αντίθεση με τις ψευδεπίγραφες διαρθρωτικές αλλαγές που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα σε φαρμακεία, γιατρούς κ.λπ.).
β. Η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να παρέμβει νομοθετικά, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να απαλλοτριώνουν τις επιχειρήσεις που οι ιδιοκτήτες τους δεν επιθυμούν να κρατήσουν σε λειτουργία, επειδή το ύψος του κέρδους που αποκομίζουν δεν είναι ικανοποιητικό. Πέραν του οφέλους που θα υπάρξει σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος των εργαζομένων, η διατήρηση σε λειτουργία μεγάλου αριθμού τέτοιων επιχειρήσεων θα ευνοήσει και την ένταση του ανταγωνισμού στους αντίστοιχους κλάδους, άρα και τη μείωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους. Γενικότερα, οι άμεσες κρατικές παρεμβάσεις στις μορφές ιδιοκτησίας του αργούντος παραγωγικού δυναμικού πρέπει να επιβάλλονται όταν το γενικό συμφέρον, όπως το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενες τάξεις με το δικό τους αξιακό φορτίο, το επιβάλλει.

Ποιες ταξικές συμμαχίες ενόψει Μνημονίου 3;

26 August 2015 15:02 Filed in: ηγεμονία
workers_of_the_world_bansky-996a7
Δημοσιεύθηκε στο rproject στις 26 Αυγούστου 2015
Οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν τώρα τον κόσμο του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου, οφείλουν αναγκαστικά να στοιχηθούν με αυτόν τον κόσμο, ή έστω με την πλειοψηφία του, έτσι ώστε να φέρουν τις διεκδικήσεις του στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετατρέψουν το κοινωνικό δυναμικό που εκφράζει σε πολιτική δύναμη.

Για να συμ­βεί όμως αυτό, θα πρέ­πει να έχου­με σαφή εκτί­μη­ση για τη φύση του ΟΧΙ, για το πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νό του, για το «μή­νυ­μα» του –διότι άλλες είναι οι τα­ξι­κές και πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες που κά­νεις όταν εκτι­μάς πως το ΟΧΙ εκ­φρά­ζει μια κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία στην οποία οι μόνοι που δεν ανή­κουν είναι μια δράκα ξε­νό­δου­λων ολι­γαρ­χών, και άλλες συμ­μα­χί­ες κά­νεις όταν εκτι­μάς ότι δίπλα στην αστι­κή τάξη στέ­κουν σαν σύμ­μα­χοί της ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης.

Κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία ή κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας;

Ο κό­σμος της 5ης Ιου­λί­ου, στην πλειο­ψη­φία του, είναι ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κυ­ρί­αρ­χο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα (με εξαί­ρε­ση το ανώ­τε­ρο στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό, που τά­χθη­κε κα­θα­ρά με τα αφε­ντι­κά στις κρί­σι­μες στιγ­μές της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος). Είναι ένα μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ανα­δύ­θη­κε μέσα από τον κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γουν μέσα στην κρίση οι συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας και του κε­φα­λαί­ου στην Ελ­λά­δα, ενα­ντί­ον όσων ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους.

Με άλλα λόγια, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας, που παίρ­νει στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία τη μορφή της αντί­θε­σης νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων. Είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο, φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του. Είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζο­σπα­στι­κές αλ­λα­γές.

Το γε­γο­νός ότι το πο­λι­τι­κό μπλοκ του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που πήρε τη μορφή του μπλοκ «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, βρί­σκε­ται σε στενή σχέση και συμ­μα­χία με τις ομό­λο­γες πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης κα­θό­λου δεν ση­μαί­νει ότι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία είναι η αντί­θε­ση «λα­ός-ιμπε­ρια­λι­σμός». Ο λαός του ΟΧΙ δεν εκ­φρά­ζει μια με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία που βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με τις «ξένες δυ­νά­μεις» και μια μικρή ομάδα ολι­γαρ­χών που είναι οι ντό­πιοι σύμ­μα­χοί τους. Εάν ήταν έτσι τα πράγ­μα­τα, μια πο­λι­τι­κή τύπου ΕΑΜ θα έπρε­πε να προ­κρι­θεί –αλλά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι αλ­λιώς.

Αυτό που συμ­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά είναι ότι σε κάθε πλευ­ρά της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας (νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού-υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων) αντι­στοι­χεί το ευ­ρω­παϊ­κό της αντί­στοι­χο: στο πλευ­ρό των αστι­κών δυ­νά­με­ων της Ελ­λά­δας βρί­σκο­νται οι αστι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης, και τα δεινά που υφί­στα­νται οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις στην Ελ­λά­δα είναι τα ίδια με αυτά που υφί­στα­νται σε μι­κρό­τε­ρο βαθμό (αλλά μι­κρό­τε­ρο μόνον προς το παρόν) οι άλλες υπο­τε­λείς τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η αντί­θε­ση με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, είναι η αντί­θε­ση με το κε­φά­λαιο, με την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της, είτε αυτοί βρί­σκο­νται στο εσω­τε­ρι­κό είτε στο εξω­τε­ρι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η εθνι­κή κυ­ριαρ­χία αλλά η ρι­ζι­κή ανα­τρο­πή του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων, είναι η πάλη τάξης ενα­ντί­ον τάξης.

Για να κρι­θεί η εγκυ­ρό­τη­τα των πα­ρα­πά­νω ισχυ­ρι­σμών είναι ανα­γκαίο να εξε­τά­σει κά­ποιος τη σχέση της με­γά­λης και με­σαί­ας αστι­κής τάξης με τα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα, όχι με γε­νι­κές θε­ω­ρη­τι­κές ανα­φο­ρές μόνο, αλλά και στις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης στα χρό­νια της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής.

Το ζή­τη­μα των μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των

Τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των εμπόρων, των μι­κροϊ­διο­κτη­τών και της μικρής πα­ρα­γω­γής επλή­γη­σαν κατά τη διε­τία 2010-2011 με την εφαρ­μο­γή του πρώ­του μνη­μο­νί­ου εξαι­τί­ας της δρα­μα­τι­κής μεί­ω­σης της ζή­τη­σης που οδή­γη­σε σε πτώ­χευ­ση πολ­λές μι­κρές επι­χει­ρή­σεις. Ωστό­σο, η αστι­κή τάξη απο­κα­τέ­στη­σε τη συμ­μα­χία της με τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα το 2012, με το δεύτερο μνημόνιο που έκανε πραγ­μα­τι­κότητα τα πιο ηδυ­πα­θή όνει­ρα των μι­κρών αφε­ντι­κών: την πλήρη υπο­τα­γή των ερ­γα­ζόμενων τάξεων στις απαι­τήσεις του ερ­γο­δότη. Η κυβέρνηση της ΝΔ υλο­ποί­η­σε τότε μια πο­λι­τι­κή συμ­μα­χίας της αστι­κής τάξης με την πα­ρα­δο­σια­κή (ή πα­λαιά) μι­κρο­α­στι­κή τάξη, με μέσο την εν­σω­μάτωση κρίσιμων και στρα­τη­γι­κών συμ­φε­ρόντων της στο Κράτος: κα­τα­κόρυφη πτώση των μισθών και απε­λευ­θέρωση της μαύρης ερ­γα­σίας, νο­μι­μο­ποίηση των πιο άγριων μορφών εκ­με­τάλλευ­σης των μι­σθω­τών, ανεξέλεγ­κτη φο­ρο­λο­γι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των μικρών επι­χει­ρήσεων, κατάργηση των ωραρίων (ακόμη και του πε­ριο­ρι­σμένου ελέγχου που ασκούσε η Επι­θεώρηση Ερ­γα­σίας) και, ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όλων, εν­σω­μά­τω­ση αυτών των αλ­λα­γών σε θε­σμούς. Έτσι, ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επι­χει­ρήσεις πε­ριο­ρίζο­ντας δρα­μα­τι­κά τις πωλήσεις των προϊόντων τους και οδη­γώ­ντας πολ­λές από αυτές στη χρε­ο­κο­πία, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νο­μο­θε­τήματα που ακο­λούθησαν, η αστι­κή τάξη έβαλε ξανά κάτω από τη φτε­ρούγα της τα πα­ρα­δο­σια­κά μι­κρο­α­στι­κά στρώματα των μικρών επι­χει­ρήσεων του εμπο­ρίου, της μικρής ιδιο­κτη­σιας, της φο­ρο­δια­φυ­γής και της αδήλωτης ερ­γα­σίας, της ερ­γο­δο­τι­κής αυ­θαι­ρε­σίας και του δε­σπο­τι­σμού του αφε­ντι­κού. Βε­βαί­ως, αυτές οι δια­πι­στώ­σεις έχουν στα­τι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα και δεν ση­μαί­νουν ότι ο κάθε μι­κρός επι­χει­ρη­μα­τί­ας ξε­χω­ρι­στά βρί­σκε­ται απέ­να­ντί μας. Ως με­ρί­δα τάξης όμως, στην πλειο­νό­τη­τά τους, ανή­κουν στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της αστι­κής τάξης και των συμ­μά­χων της.

Αλλά και με τη νέα μι­κρο­α­στι­κή τάξη των μι­σθω­τών, των ανώτερων και μεσαίων στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού και του δημόσιου τομέα, η αστι­κή τάξη έχει ανα­συ­γκρο­τή­σει τις συμ­μα­χίες της. Σε αντίθεση με την πα­λαιά μι­κρο­α­στι­κή τάξη των εμπόρων και της μικρής πα­ρα­γω­γής, που είναι μια τάξη δο­μι­κά συ­ντη­ρη­τι­κή, η νέα μι­κρο­α­στι­κή τάξη των πτυ­χιούχων, της ει­δι­κευ­μένης δια­νοη­τι­κής ερ­γα­σίας, που κα­τα­λαμ­βάνουν τις μεσαίες και ανώτερες θέσεις της ιε­ραρ­χίας των επι­χει­ρήσεων και του Δη­μο­σί­ου, που συχνά ασκούν επίβλεψη σε άλλους ερ­γα­ζόμε­νους, που ορ­γα­νώνουν και διευ­θύνουν την πα­ρα­γω­γή για λο­γα­ρια­σμό και στο όνομα του κε­φα­λαιο­κράτη ή της κρα­τι­κής εξου­σί­ας, που είναι γε­νι­κά κο­σμο­πο­λίτες και διαθέτουν κουλ­τούρα που τους επι­τρέπει να γεύονται τα πο­λι­τι­στι­κά προϊόντα από όποια γωνιά της Γης και αν προέρχο­νται, είναι μια τάξη που δέχεται τις δυνάμεις της αλ­λα­γής, είτε με τη μορφή των αρι­στε­ρών ιδεών, είτε με τη μορφή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τίας κ.λπ. Πρόκει­ται επομένως για με­ρί­δα της μι­κρο­α­στι­κής τάξης με επαμ­φο­τε­ρίζουσα πο­λι­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, που εκφράζει όμως ιδε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά κάθε μορφή «προόδου» (δη­λα­δή αλ­λα­γής).

Αυτός ο επαμ­φο­τε­ρίζων χα­ρα­κτήρας αυτών των στρω­μά­των αφή­νει γε­νι­κά ανοι­κτό το ζή­τη­μα αν θα συμ­μα­χή­σει η με­ρί­δα αυτή με τις δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου ή με τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας. Απο­φα­σί­ζει λοι­πόν κάθε φορά η συ­γκυ­ρία με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφή­σουν. Όπως μας έδει­ξε η εβδο­μά­δα του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος του Ιου­λί­ου, τα ανώτατα και ανώτερα διευ­θυ­ντι­κά στελέχη των μεγάλων και μεσαίων ιδιω­τι­κών επι­χει­ρήσεων (ή μήπως και τα με­σαία;) τά­χθη­καν ανα­φαν­δόν υπέρ των αφε­ντι­κών τους.

Στην ίδια με­ρί­δα της «νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης» πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι επαγ­γελ­μα­τί­ες της ιδε­ο­λο­γί­ας, συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέχνες της χρυσής εποχής του ελ­λη­νι­κού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του lifestyle, οπα­δοί του κοι­νω­νι­κού δαρ­βι­νι­σμού διά των αγορών, και πα­ρό­μοιοι. Είναι η με­ρί­δα εκεί­νη της μι­κρο­α­στι­κής τάξης που έλαμ­ψε διά της εκ­κω­φα­ντι­κής πα­ρου­σί­ας της στις δια­δη­λώ­σεις των «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη».

Αυτές οι με­ρί­δες της μι­κρο­α­στι­κής τάξης κα­τοι­κούν σε συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ριο­χές της πόλης και από το χάρτη των απο­τε­λε­σμά­των γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι ψή­φι­σαν μα­ζι­κά «ναι» –είναι ο λαός του «Μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη» και είναι ένας ολό­κλη­ρος λαός που ανή­κει στο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της αστι­κής τάξης. Αυτοί δεν μπο­ρούν να είναι οι σύμ­μα­χοί μας στους νέους αγώ­νες που έχου­με μπρο­στά μας. Τα συμ­φέ­ρο­ντά τους είναι αλλού και εκ­προ­σω­πού­νται τώρα πια όχι μόνο από τον Βαγ­γέ­λη Μεϊ­μα­ρά­κη στην πιο βάρ­βα­ρη έκ­φρα­σή τους αλλά και από τον Τσί­πρα στην πιο εκλε­πτυ­σμέ­νη. Η παλιά μι­κρο­α­στι­κή τάξη και ση­μα­ντι­κές με­ρί­δες της νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης σι­τί­ζο­νται στην αυλή του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου και εκ­προ­σω­πού­νται πο­λι­τι­κά από αυτό. Η μο­να­δι­κή πο­λυ­πλη­θής με­ρί­δα της μι­κρο­α­στι­κής τάξης που έχει απο­σπα­σθεί από το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου είναι οι μι­σθω­τοί του δη­μό­σιου τομέα (εξαι­ρώ­ντας και πάλι τα ανώ­τε­ρα στε­λέ­χη), που εξάλ­λου θα ήταν λο­γι­κό να τους κα­τα­τάσ­σου­με πλέον πε­ρισ­σό­τε­ρο στο χώρο του ημι-προ­λε­τα­ριά­του και λι­γό­τε­ρο στα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα.

Τάξη ενα­ντί­ον τάξης

Ο κό­σμος του ΟΧΙ της 5ης Ιου­λί­ου, που είναι στην πλειο­ψη­φία του ο δικός μας λαός, δεν είναι λοι­πόν μια μάζα Ελ­λή­νων ή πα­τριω­τών χωρίς αντα­γω­νι­στι­κές τα­ξι­κές σχέ­σεις στους κόλ­πους τους, η οποία βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με τον ιμπε­ρια­λι­σμό. Είναι ένα εν δυ­νά­μει κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων στο οποίο οι κύ­ριες δυ­νά­μεις είναι τα πέντε εκα­τομ­μύ­ρια των μι­σθω­τών του ιδιω­τι­κού και του δη­μό­σιου τομέα, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας. Απέ­να­ντι σε αυτό το μπλοκ στέ­κε­ται εχθρι­κά το κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας της με­γά­λης και της με­σαί­ας αστι­κής τάξης, της πα­λιάς μι­κρο­α­στι­κής τάξης του εμπο­ρί­ου και των μι­κρών αφε­ντι­κών, της νέας μι­κρο­α­στι­κής τάξης των ανώ­τε­ρων στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού και του δη­μό­σιου τομέα.

Μοι­ραία, το πε­ριε­χό­με­νο του αγώνα μας δεν μπο­ρεί παρά να είναι πρω­τί­στως τα­ξι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η αντί­θε­ση με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, είναι η αντί­θε­ση με το κε­φά­λαιο, με την αστι­κή τάξη και τους συμ­μά­χους της είτε αυτοί βρί­σκο­νται στο εσω­τε­ρι­κό είτε στο εξω­τε­ρι­κό. Το πρω­τεύ­ον δεν είναι η εθνι­κή κυ­ριαρ­χία αλλά η ρι­ζι­κή ανα­τρο­πή του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων, είναι η πάλη κοι­νω­νι­κής τάξης ενα­ντί­ον κοι­νω­νι­κής τάξης –και κάθε τάξη έχει στην Ευ­ρώ­πη τους δι­κούς της τα­ξι­κούς συμ­μά­χους.

Η αλήθεια για τις νομισματικές υποτιμήσεις

03 August 2015 17:45 Filed in: ηγεμονία
banner10
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Εκστρατεία για να ενημερωθούμε σχετικά με τις καταστροφικές επιπτώσεις που θα είχε στα εισοδήματα μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει ο κ. Μάρδας, και λέει πάνω-κάτω ό,τι και ο κ. Κουτσούμπας του ΚΚΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μάρδας ισχυρίζεται ότι μια υποτίμηση της νέας δραχμής θα οδηγούσε σε μείωση του πραγματικού εισοδήματός της χώρας, ενώ σύμφωνα με τον κ. Κουτσούμπα, που είναι πιο ταξικός, η υποτίμηση θα οδηγούσε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων τάξεων ειδικά. Αυτούς τους ισχυρισμούς τους εμφανίζουν δε ως μια ακόμη περίπτωση TINA, δεν-υπάρχει-εναλλακτική-λύση: άπαξ και κάνεις υποτίμηση του εθνικού σου νομίσματος, οπωσδήποτε έχασες εισόδημα. Μονόδρομος.

Ωστόσο, αυτό που διηγούνται οι δύο πολιτικοί μας (δηλαδή η μείωση της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων είτε των μισθών εξαιτίας μιας νομισματικής υποτίμησης) είναι απλώς το πρώτο βήμα σε μια αρκετά μακρά αλυσίδα οικονομικών επιπτώσεων, το πρώτο βήμα σε ένα αρκετά μακρύ μονοπάτι αποτελεσμάτων, αναδράσεων, διακλαδώσεων και ανοιχτών δυνατοτήτων - διότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς «μια αιτία φέρνει ένα αποτέλεσμα και τελειώσαμε», είναι ένα σύνολο μεγεθών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέσεων αιτιότητας. Έτσι, όταν αλλάζει ένα μέγεθος (π.χ. η συναλλαγματική ισοτιμία) η οικονομία υφίσταται μια διαταραχή που γίνεται το σημείο εκκίνησης σειράς επιπτώσεων που διαχέονται στο οικονομικό κύκλωμα μέσω διάφορων καναλιών. Αυτή η πολυπλοκότητα του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος αποκλείει κάθε είδους ΤΙΝΑ, πολύ περισσότερο που η λειτουργία του ενσωματώνει και μια αρχή ριζικής αβεβαιότητας που είναι ο βασικός κοινωνικός ανταγωνισμός κεφαλαίου - εργασίας.

Αλλά ας πλησιάσουμε πιο κοντά στο αντικείμενό μας.

Όταν έχουμε υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος, πράγματι, ένα δευτερόλεπτο μετά η αγοραστική δύναμη του ΑΕΠ να αγοράσει ξένα προϊόντα μειώνεται αναλογικά, και το ίδιο ισχύει για τους μισθούς. Είναι αυτό το πρώτο βήμα στο οποίο αναφέρονται οι δύο πολιτικοί μας, αγνοώντας ότι έτσι μπαίνουμε σε ένα μονοπάτι που έχει μάλιστα και διακλαδώσεις:

Υποθέτοντας ότι η υποτίμηση θα πραγματοποιηθεί σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, σαν τη σημερινή, θα πρέπει να περιμένουμε, και μάλιστα σύντομα, μιαν αύξηση στη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και μια μείωση στις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων (και όχι αυξήσεις των εγχωρίων τιμών [1]). Αυτό θα έχει αποτέλεσμα τη βελτίωση [2] του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών της χώρας (που είναι η διαφορά εξαγωγών - εισαγωγών). Από το σημείο αυτό ξεκινούν δύο αλυσίδες επιπτώσεων:

Πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων αφορά στη συναλλαγματική ισοτιμία:

Όσο θα βελτιώνεται το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό την επίδραση των ευνοϊκότερων τιμών των προϊόντων, τόσο θα ενισχύεται το εθνικό νόμισμα μέσα από το παιχνίδι των χρηματιστικών αγορών και τόσο η αρχική υποτίμηση θα τείνει να περιοριστεί. Στο τέλος της διαδικασίας η ισοτιμία θα ισορροπήσει στο σημείο εκείνο που αντιστοιχεί στην παραγωγική ισχύ της χώρας και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της (κάτι που παρεμπιπτόντως σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν είναι απλώς «υπόθεση των καπιταλιστών» αλλά και υπόθεση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, όπως είναι και η παραγωγική ανασυγκρότηση - αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη ιστορία). Μετά από την αρχική υποτίμηση, λοιπόν, που θα είναι πολύ μεγάλη, θα ακολουθήσει μια περίοδος προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα καταλήξει σε μια τελική απώλεια, της οποίας το μέσο εκτιμώμενο μέγεθος, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, είναι της τάξης του 15%. Αυτό θα είναι το μέγεθος της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, για ένα νοικοκυριό μισθωτών του οποίου το καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που είναι αναγκαίο για τη διαβίωσή του περιλαμβάνει 30% εισαγόμενα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ανέρχεται σε 4,5%. Εάν μάλιστα αποφασίσει να υποκαταστήσει κάποια εισαγόμενα με εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνσή του θα είναι μικρότερη. Σε βάθος δεκαετίας θα υπάρξουν και άλλες μειώσεις, οι οποίες όμως θα βαίνουν μειούμενες. Αυτό, είναι η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων στην αγοραστική δύναμη εξαιτίας της υποτίμησης, αλλά δεν είναι η μοναδική.

Δεύτερη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα αυξήσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Ας πάμε τώρα ξανά στο σημείο διακλάδωσης που αφήσαμε πίσω μας, στο σημείο όπου η υποτίμηση είχε συμβεί και είχε καταστήσει ακριβά τα εισαγόμενα και φθηνά τα εγχώρια προϊόντα μας (αγαθά και υπηρεσίες), για να ακολουθήσουμε το δεύτερο κανάλι επιπτώσεων. Το κανάλι αυτό είναι της απασχόλησης και των μισθών. Φθηνότερα εγχώρια προϊόντα και ακριβότερες εισαγωγές οδηγούν σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης, και πριν προλάβει να περάσει ένα ολόκληρο έτος, η αύξηση αυτή μετατρέπεται σε μεγέθυνση της παραγωγής, του ΑΕΠ. Οι επιχειρήσεις, έχοντας άφθονο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό και βλέποντας το βιβλίο των παραγγελιών τους να γεμίζει, θα προχωρήσουν σε προσλήψεις για να αυξήσουν την παραγωγή τους. Θα δούμε τότε την απασχόληση να αυξάνεται, και θα φθάσουμε έτσι σε ένα σημείο διακλάδωσης από το οποίο ξεκινούν άλλα πάλι μονοπάτια επιπτώσεων.

Ας διασχίσουμε ένα από αυτά αφήνοντας τα υπόλοιπα για μιαν άλλη φορά: Όταν είναι αυξημένη η απασχόληση, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των επιχειρήσεων επειδή η αύξηση της απασχόλησης συνήθως συνοδεύεται από μείωση της ανεργίας, και σαν αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Έτσι, στο αρνητικό αποτέλεσμα που είχε η υποτίμηση του νομίσματος, και για την οποία ομιλούν οι δύο πολιτικοί μας, θα πρέπει να προσθέσουμε τώρα μια θετική επίπτωση που προέρχεται από το γεγονός ότι η ανεργία μειώθηκε και προκάλεσε αύξηση των πραγματικών μισθών, δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των μισθών.[3]

Κάνοντας το άθροισμα, βρίσκουμε την πάλη των τάξεων

Στο τέλος της διαδικασίας αυτής, όπου θα έχει επέλθει ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας μπορεί να έχει αυξηθεί ή να έχει μειωθεί, αφού υπάρχουν παράγοντες που ενεργοποιούνται από την υποτίμηση του νομίσματος και έχουν αντίθετα αποτελέσματα επί των μισθών: μερικοί από αυτούς ευνοούν την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και άλλοι τη μείωσή τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, υπάρχει μια αλυσίδα επιπτώσεων που οδηγεί σε μείωση του πραγματικού μισθού και μια άλλη που οδηγεί σε αύξηση. Τίποτα δεν υπάρχει στο οικονομικό σύστημα, στους νόμους που το διέπουν, που να προκαθορίζει ποια από τις δύο επιπτώσεις είναι η ισχυρότερη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, η ΤΙΝΑ των κκ. Μάρδα και Κουτσούμπα, υπάρχει απλώς απροσδιοριστία.

Αλλά τότε ποιος αποφασίζει τελικά εάν θα αυξηθεί το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ή εάν θα μειωθεί; Το σχετικό βάρος που ρίχνουν οι δύο ανταγωνιστικές πλευρές, το κεφάλαιο και η εργασία στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων: Η αύξησή της αγοραστικής δύναμης των μισθών θα είναι ευθέως ανάλογη της προστασίας που θα παρέχουν οι θεσμοί της αγοράς εργασίας στους μισθωτούς, ανάλογη του βαθμού κάλυψης των μισθωτών από συλλογικές συμβάσεις, του βαθμού αποτελεσματικής λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας και γενικότερα ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας είναι η αποκρυστάλλωση του παρόντος και του παρελθόντος συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, είναι οι κανόνες με τους οποίους ορίζεται με ποιο τρόπο και με ποιους όρους θα πωλείται και θα καταναλώνεται η εργασιακή δύναμη των εργαζόμενων τάξεων από τους κεφαλαιοκράτες. Για τους λόγους αυτούς, το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας αποτελεί κατεξοχήν τόπο ταξικού ανταγωνισμού και έχει στρατηγική σημασία για κάθε μεταβατικό πρόγραμμα της Αριστεράς.

Οι ολέθριες επιπτώσεις, λοιπόν, της νέας δραχμής στο εισόδημα των εργαζόμενων τάξεων υπάρχουν μόνον μέσα στο μυαλό του κ. Κουτσούμπα. Αλλά και οι ολέθριες επιπτώσεις μιας υποτίμησης της νέας δραχμής στο ΑΕΠ υπάρχουν μόνο στο μυαλό του κ. Μάρδα, διότι στην αρχική αρνητική επίπτωση επί της δύναμης του ΑΕΠ να αγοράζει εισαγόμενα προϊόντα, που βλέπει ο υπουργός, θα πρέπει να προσθέσει και τη θετική επίπτωση στο πραγματικό ΑΕΠ από τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών - και αυτήν δεν τη βλέπει (ή εάν τη βλέπει, δεν την υπολογίζει σωστά).

Η διεθνής ιστορική εμπειρία δείχνει πάντως ότι το τελικό επίπεδο παραγωγής συνήθως είναι υψηλότερο από αυτό που υπήρχε πριν την υποτίμηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσαρμογή της οικονομίας που πυροδοτείται από την ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος ολοκληρώνεται στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια και προλαβαίνει να επιδράσει θετικά στη συσσώρευση κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας. Αλλάζει δηλαδή την πορεία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.


[1] Σε αυτή τη φάση της ύφεσης, οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται να ανακτήσουν χαμένα μερίδια αγοράς και δεν αυξάνουν τις τιμές τους. Στην χειρότερη περίπτωση, θα μεταφέρουν ένα σχετικά μικρό μέρος από την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές.

[2] Αυτό συμβαίνει υπό όρους, οι οποίοι όμως, όπως δείχνουν οι οικονομετρικές εκτιμήσεις, πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας όπου υπάρχουν αρκούντως υψηλές ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς τις τιμές.

[3] Αυτή η διαδικασία, μείωσης της ανεργίας και αύξησης των μισθών θα συνεχίζεται έως ότου η αύξηση της παραγωγής μειώσει σημαντικά το αχρησιμοποίητο κεφάλαιο, το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό που έχουν οι εργοδότες. Όταν συμβεί αυτό, οι επιχειρήσεις δέχονται πολλές παραγγελίες σε σχέση με αυτές που μπορούν να ικανοποιήσουν, βρίσκονται λοιπόν σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση έναντι των πελατών τους και αυξάνουν τις τιμές τους. Με τον τρόπο αυτόν, κάνοντας πιο ακριβά τα προϊόντα τους, θα βάλουν ένα τέλος στις αυξήσεις των πραγματικών μισθών. Θα βάλλουν εξάλλου τέλος και στην βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου και στις αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής, που θα έχει φτάσει στην "συναλλαγματική ισοτιμία ισορροπίας ταξικών δυνάμεων".

Reload

24 July 2015 17:52 Filed in: ηγεμονία
kokkinisimaia_2
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Το μνημόνιο Τσίπρα-Τσακαλώτου είναι το reload ενός οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού παιχνιδιού του οποίου οι πίστες είναι λίγο-πολύ γνωστές από τα προηγούμενα πέντε χρόνια οικονομικής ύφεσης, εξαθλίωσης της κοινωνίας και ανασυγκρότησης των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Μόνο που σε αυτόν τον τρίτο γύρο, ο ένας από τους δύο παίκτες, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, εισέρχεται στο παιχνίδι με ένα επίπεδο συνείδησης και πολιτικών δεξιοτήτων που είναι σαφώς ανώτερο από αυτό που διέθετε στον πρώτο και στον δεύτερο γύρο (που ξεκίνησαν το 2010 και το 2012 αντίστοιχα).

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το ίδιο ισχύει και για τον άλλο παίκτη, τις μνημονιακές δυνάμεις (κρατική εξουσία, φορείς της οικονομικής πολιτικής, δυνάμεις καταστολής, μαζικά μέσα προπαγάνδας κ.λπ.). Αναμφισβήτητα, αμφότεροι οι παίκτες απέκτησαν γνώσεις και δεξιότητες στη διάρκεια του πρώτου γύρου, πλην όμως σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας.

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις κατά την εκκίνηση είχαν πολύ περιορισμένη συνείδηση των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν, και πολύ μικρές γνώσεις και δεξιότητες για όσα θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσουν. Οι μνημονιακές δυνάμεις, αντιθέτως, με τα κόμματά τους, τους κρατικούς μηχανισμούς, κατασταλτικούς ή ιδεολογικούς, με τις επιχειρήσεις τους (που όλοι τώρα γνωρίζουμε ότι δεν είναι μόνο χώροι παραγωγής αλλά και οργάνωσης της αστικής εξουσίας και πολιτικής επιβολής), με τα τηλεοπτικά κανάλια τους, και γενικά με όλες τις άλλες μορφές οργάνωσης των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων, είχαν εισέλθει στον αγώνα κατά πολύ πιο προετοιμασμένες, με σαφέστατη υπεροπλία ιδεολογική και κατασταλτική.

Ο συσχετισμός δυνάμεων, όμως, δεν είναι τώρα ο ίδιος. Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, όχι μόνον οι πολιτικές αλλά και οι κοινωνικές, έχουν μειώσει κατά πολύ την απόστασή τους από το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Αυτό συνέβη επειδή οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως διαδικασία εκμάθησης. Ακριβώς όπως συμβαίνει με κάθε επαναλαμβανόμενη πρακτική, που μπορεί να είναι μια εργασιακή διαδικασία για την παραγωγή ενός προϊόντος, ένα παιχνίδι δεξιοτήτων ή γνώσεων, μια διαδικασία ένταξης σε ένα κοινωνικό περιβάλλον (δηλαδή μια διαδικασία κοινωνικοποίησης), η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου ή η άσκηση μιας αθλητικής δραστηριότητας, έτσι και οι συνδικαλιστικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες εκπαιδεύουν μέσα από την πρακτική όσους συμμετέχουν (που αποκτούν έτσι γνώσεις και δεξιότητες σχετικές με το αντικείμενο της εκάστοτε πρακτικής). Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι με κάθε επανάληψη μιας πρακτικής βελτιώνονται οι γνώσεις μας και οι δεξιότητές μας, πλην όμως βελτιώνονται ταχύτερα στα πρώτα στάδια της διαδρομής, στη διάρκεια των πρώτων επαναλήψεων, όταν δηλαδή είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στην παρούσα κατάσταση των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας και στην τελική, βέλτιστη κατάσταση που μπορούμε να φτάσουμε. Έτσι, σε κάθε «παιχνίδι», σε κάθε επαναλαμβανόμενη πρακτική, ο πιο αδέξιος παίκτης, ο πιο «άσχετος», προοδεύει ταχύτερα από τον πιο επιδέξιο, έως ότου ο μαθητευόμενος κάποια στιγμή να φτάσει το μάστορα.

Έτσι λοιπόν και στην περίπτωσή μας, οι αντιμνημονιακές μάζες, οι κοινωνικές τάξεις και οι μερίδες τους, οι αντιμνημονιακές κοινωνικές και πολιτικές συλλογικότητες, διαθέτουν πλέον συλλογική ευφυΐα, η οποία εμπλουτίστηκε από τις διάφορες μορφές κοινωνικής πρακτικής. Από τις μορφές αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης στις γειτονιές, την απόκρουση των μνημονιακών ιδεολογημάτων και τους τρόπους αντιμετώπισης της αστυνομικής βίας έως την οργάνωση της άμυνας στις εργοδοτικές αυθαιρεσίες και την οργάνωση των επιχειρημάτων μας, οι δυνάμεις μας πλέον ξεκινούν τον τρίτο γύρο αντιμνημονιακών αγώνων από ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση.

Η απόκρουση των επιθέσεων της κυβέρνησης Τσίπρα (και όποιας άλλης προκύψει σε λίγο) αυτήν τη φορά θα είναι ισχυρότερη και ταχύτερη, ακριβώς επειδή η γενική διάνοια, η συλλογική ευφυΐα των αντιμνημονιακών δυνάμεων βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της συλλογικής αντιμνημονιακής ευφυΐας αποκτήθηκε στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, όταν ένας ολόκληρος λαός, ο δικός μας λαός, το συγκρότημα των υποτελών κοινωνικών τάξεων, οι άνεργοι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η νεολαία, είδαμε διά γυμνού οφθαλμού τον εχθρικό λαό, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα, ενωμένο να αγωνίζεται λυσσασμένα εναντίον μας λες και ήταν ένα και μοναδικό πρόσωπο. Ο εχθρός αυτήν τη φορά έχει γίνει εξαιρετικά ορατός, έχει διακριτό πρόσωπο, όλοι είδαμε ότι είναι κυρίως εσωτερικός εχθρός, βρίσκεται μέσα στη χώρα, όλοι είδαμε από ποιους αποτελείται και καταλάβαμε ότι ο πυρήνας των αγώνων μας είναι ταξικός.

Η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει τώρα πολύ πιο ψηλά από τα χρόνια των μνημονίων 1 και 2. Αυτό συνένωσε τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις σε ένα πρόπλασμα κοινωνικού μπλοκ εξουσίας της εργασίας που είναι αδιανόητο ότι θα μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τους αποστάτες της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Επείγει τώρα, λοιπόν, να συγκροτήσουμε το νέο κόμμα που θα εκπροσωπήσει αυτό το κοινωνικό μπλοκ δυνάμεων. Απαλλαγμένοι από τους δήθεν «συντρόφους» που φορτώθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ με το άνοιγμα του Τσίπρα προς την Κεντροαριστερά (2013-2014) και τους δημαρίτες που τον πλαισιώνουν, επείγει να συγκροτήσουμε τώρα πραγματικές οργανώσεις βάσης χτισμένες με κριτήριο ταξικό, σοβαρότητα, συνέπεια και αγωνιστικότητα, για να προσφέρουμε οργανωτική ισχύ στο αντιμνημονιακό μπλοκ δυνάμεων που ποτέ δεν ήταν τόσο αξιόμαχο όσο σήμερα.

Good Bye Tsipras!

17 July 2015 16:26 Filed in: ηγεμονία
goodbyelenin.0
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Οι αναλύσεις και της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη φύση της Ευρωζώνης και πώς να την αλλάξουμε, αποδείχθηκαν εκτός τόπου και χρόνου, ανεδαφικές και ρομαντικές. Κακή εκτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου, ανόητη επιμονή στη στρατηγική της διαρκούς άμυνας, αυταπάτες για τη δύναμη της λογικής ως διαπραγματευτικό όπλο, σταδιακή και συνεχής υποχώρηση στις απαιτήσεις του αντιπάλου, ιστορική ήττα της Αριστεράς - όλα ανάγονται στη λανθασμένη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, στη λανθασμένη αντίληψη της πλειοψηφίας του για τη φύση της Ευρωζώνης.

Τι ακριβώς ηττήθηκε;

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που ηττήθηκε ήταν η στρατηγική της προοδευτικής μεταρρύθμισης της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης. Η ιδέα δηλαδή ότι το αντιδημοκρατικό τερατούργημα που είναι η Ευρωζώνη θα μπορούσε να αλλάξει, είτε με μοχλό την εκμετάλλευση των εσωτερικών της αντιθέσεων (αριστερή εκδοχή της στρατηγικής) είτε με όπλο τη λογική και τα επιχειρήματα (δεξιά εκδοχή). Βεβαίως, αυτή που τέθηκε σε δοκιμασία και ηττήθηκε, είναι η δεξιά εκδοχή της στρατηγικής της προοδευτικής μεταρρύθμισης της νομισματικής ένωσης, όπως αυτή εκφράζεται από την ηγετική ομάδα. Η ήττα επήλθε όταν η διαπραγμάτευση προσέγγισε το κατώφλι αντοχής της Ευρωζώνης, αλλά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλησε να το ξεπεράσει για να προχωρήσει στην ανατροπή των κατεστημένων πολιτικών ισορροπιών: απλώς δεν είχε την επιθυμία, δεν ήταν στα σχέδιά της, δεν ήταν φτιαγμένη για κάτι τέτοιο. Και αυτό που απομένει ως κατακάθι είναι ένα πολιτικό πτώμα που πολλοί σύντροφοι θέλουν να διατηρήσουν στην κυβέρνηση σαν το νεκρό Εl Cid που δεμένος πάνω στο άλογο σκόρπισε τον τρόμο στους εχθρούς. Ξεχνούν ότι στην ταινία ο Cid είχε ηρωικό θάνατο…

Μας απομένει, λοιπόν, η ριζοσπαστική, αριστερή εκδοχή της στρατηγικής της εκ των έσω μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης - ή μήπως όχι; Όπως γίνεται πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν το κύριο ρεύμα μιας ιδέας, μιας στρατηγικής ή μιας πολιτικής ηττάται, μαζί της ηττώνται και όλες οι παραλλαγές της, ακόμη και αυτές που ασκούν αυστηρή κριτική στο κύριο ρεύμα. Ακριβώς όπως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ πήρε μαζί της στον καιάδα της απαξίωσης όλες τις μορφές, ρεύματα, ιδέες που αναφέρονταν στον κομμουνισμό, όσο κριτικές και εάν ήταν προς το σοβιετικό μαρξισμό, έτσι και η ιστορική ήττα της στρατηγικής της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ για προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης παίρνει μαζί της στα αζήτητα και κάθε άλλη εκδοχή της ίδιας στρατηγικής, όσο ριζοσπαστική και θεωρητικά θεμελιωμένη και εάν είναι αυτή.

Όταν η κυβέρνηση εγκατέλειψε την Αριστερά


Όταν η στρατηγική σου ηττάται κατά κράτος, αυτομάτως εκκινούν διαδικασίες διάρρηξης των σχέσεων εκπροσώπησης που διατηρούσε το κόμμα με τους ψηφοφόρους του, χαλαρώνουν οι δεσμοί που έδεναν σε ενιαία κοινωνική συμμαχία τάξεις και μερίδες τάξεων που αναγνώριζαν στη στρατηγική του κόμματος το συμφέρον τους, και στο όραμά του για το γενικό συμφέρον την προσωπική ή τη συλλογική τους μοίρα. Πράγματι, υπάρχουν έντονες ενδείξεις ότι η διάρρηξη των δεσμών του ΣΥΡΙΖΑ με τις κοινωνικές τάξεις, μερίδες τάξεων, κοινωνικές ομάδες που συγκροτήθηκαν σε πολιτικό σχηματισμό μάχης στην πορεία μέσα από την έρημο του μνημονίου, έχει ήδη αρχίσει και θα συνεχίζεται στο βαθμό που η κυβέρνηση θα εφαρμόζει το μνημόνιο 3.

Υπάρχει και χειρότερο: από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τσίπρα ψήφισε το μνημόνιο 3, αποσύρεται από την Αριστερά. Προκειμένου να δούμε αν ισχύει αυτός ο ισχυρισμός, ας ξαναγυρίσουμε σε ορισμένα στοιχειώδη της θεωρητικής μας παράδοσης:

Πολλοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν το μνημόνιο 3, για να μη ρίξουν την «κυβέρνηση της Αριστεράς», παρόλο που διαφωνούν με το περιεχόμενο του μνημονίου 3. Διαφωνούν δηλαδή με το περιεχόμενο αλλά συμφωνούν με την εφαρμογή του από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Δεν θέτουν καθόλου στον εαυτό τους την ερώτηση εάν παραμένει, άραγε, στην Αριστερά μια κυβέρνηση που εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική. Στο κάτω-κάτω βλέπουν τους ίδιους συντρόφους στην κυβέρνηση, ανθρώπους που γνωρίζουν από τα νιάτα τους και για τους οποίους είναι απολύτως βέβαιοι πως θα είναι πάντοτε αριστεροί άνθρωποι, θα έχουν τις ίδιες καλές προθέσεις και το ίδιο άμεμπτο ήθος. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη: Ένα πολιτικό κόμμα, μια πολιτική οργάνωση, δεν ορίζεται ως ένα σύνολο ατόμων, δεν είναι ούτε η ηγετική του ομάδα, δεν είναι ούτε το σύνολο των μελών του, ούτε καν η οργάνωση συν η εκλογική του βάση, ο «κόσμος» του, οι ψηφοφόροι του. Ένα πολιτικό κόμμα, μια πολιτική οργάνωση, είναι μια διαδικασία σύγκλισης πρακτικών κοινωνικής και πολιτικής παρέμβασης, είναι το σύνολο και η ενότητα αυτών των πρακτικών, είναι η προσωποποιημένη τους ενότητα (που παίρνει τη μορφή του πολιτικού υποκειμένου). Η καρδιά και η φυσιογνωμία του κόμματος ορίζονται από τη στρατηγική του και την πολιτική του. Αυτή η ίδια η στρατηγική και η πολιτική του είναι η ταυτότητά του, το πρόσωπό του και η ύπαρξή του. Με αυτήν την έννοια (που παρεμπιπτόντως αποτελεί απλή εξειδίκευση της θέσης του δόλιου του Μαρξ ότι η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα αλλά από κοινωνικές σχέσεις) ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή η στρατηγική που ηττήθηκε και δεν υπάρχει πια, και που θα πάρει το κόμμα μαζί της στον κόσμο του απόλυτου πολιτικού μηδενός - εάν δεν γίνει κάτι, και μάλιστα γρήγορα.

Αυτό λοιπόν που είχαν στα χέρια τους χθες στη Βουλή οι 110 και θεώρησαν ότι πρέπει να προστατευθεί από τον Σόιμπλε ψηφίζοντας «ναι», είναι ένα πολιτικό πτώμα, είναι μια νεκρή στρατηγική για την ειρηνική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης «από τα μέσα». Η ήττα που ήθελαν να αποτρέψουν με την ψήφο τους έχει ήδη συντελεστεί. Διότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς που εφαρμόζει τη στρατηγική και την πολιτική των εχθρών της οδηγείται αναγκαστικά σε αφομοίωση από τον αντίπαλο, έχει αλλοτριωθεί, έχει μετατοπιστεί στο πολιτικό φάσμα.

Ένα κόμμα, λοιπόν, ορίζεται από τη στρατηγική του και την πολιτική του. Όταν ασκεί δεξιά πολιτική δεν ανήκει στην Αριστερά, και ας προέρχεται από εκεί, και ας είναι τα μέλη του αριστεροί, ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι με καλές προθέσεις και αδιαμφισβήτητες αρετές. Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείπει την Αριστερά διότι η κυβέρνησή του υιοθέτησε το μνημόνιο 3 και ετοιμάζεται να το εφαρμόσει. Για να είμαστε πιο ακριβείς, η ηγετική ομάδα του κόμματος και η κυβέρνηση σέρνουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε πορεία αναχώρησης από την Αριστερά.

Το κενό στρατηγικής και η επαπειλούμενη κοινωνική εκπροσώπηση

Αυτή η κίνηση της κυβέρνησης και της ηγετικής ομάδας του κόμματος προς τα δεξιά σε συνδυασμό με την αδράνεια που παρουσιάζει το κόμμα έναντι μιας τέτοιας κίνησης, δημιουργεί εντάσεις διάρρηξης. Αυτές είναι αισθητές στο επίπεδο της κομματικής κορυφής αλλά υπάρχουν έντονες ενδείξεις ότι διαδίδονται ταχύτατα και στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ύπαρξη αυτών των εντάσεων έχει αντικειμενικό χαρακτήρα: Δεν μπορούν να βρίσκονται μέσα στον ίδιο κομματικό μηχανισμό όσοι θα μάχονται με νύχια και με δόντια ενάντια στο μνημόνιο 3 και όσοι θα στέλνουν τον Πανούση και τις δυνάμεις καταστολής εναντίον μας στις διαδηλώσεις, όσοι θα μας απειλούν με εξώσεις, ούτε όσοι θα μειώνουν ή θα επιτρέπουν τις μειώσεις των συντάξεων και την αυξανόμενη επισφάλεια στη διαβίωση της τρίτης ηλικίας, όσοι θα υπογράφουν κατασχέσεις πρώτης κατοικίας -ακόμη και εάν αυτό τους στεναχωρεί βαθιά- και όσοι γενικά θα μας υποβάλουν στο γνωστό μνημονιακό μαρτύριο. Παρά τα λεγόμενα, η αντίθεση μνημονιακής / αντιμνημονιακής πολιτικής είναι ανταγωνιστική και δεν λύνεται με «συζήτηση στους κόλπους του λαού», που έλεγε και ο σύντροφος Μάο. Λύνεται μόνο με την υποταγή όσων προτίθενται να αγωνιστούν ενάντια στο μνημόνιο 3 στη θέληση της ηγετικής ομάδας. Όσοι δεν ενδιαφέρονται για μια τέτοια «λύση», πρέπει να αποχαιρετήσουν τον Τσίπρα και την ηγετική ομάδα και να διεκδικήσουν το κόμμα για να περισώσουν ό,τι ακόμη μπορεί να διασωθεί από το ναυάγιο στο οποίο καθημερινά οδηγεί η στρατηγική και η πολιτική της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Η διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς»: Προσγείωση στο έδαφος της πολιτικής ισχύος

29 May 2015 16:12 Filed in: ηγεμονία
lutte20des20classes_s21
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Ο Κέινς κλείνει το μεγάλο βιβλίο του «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος» με την παρατήρηση ότι αυτό που πρέπει να θεωρείται σημαντικό για την πορεία της ιστορίας δεν είναι ο κοινωνικός ανταγωνισμός αλλά οι εσφαλμένες ιδέες. Αυτή η αντίληψη της ταξικής συμφιλίωσης με εργαλείο τον ορθολογισμό, ήταν το φάντασμα που πλανιόταν πάνω από τη διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους δήθεν εταίρους από την αρχή. Η επίκληση της λογικής και της συνεργασίας με τον αντίπαλο, σε συνθήκες άκρως ανταγωνιστικές, καταδίκασε την ελληνική πλευρά σε διαρκή, σε απόλυτη άμυνα, σε μια στάση χωρίς νόημα. «Η απόλυτη άμυνα αντιφάσκει ολοκληρωτικά στην έννοια του πολέμου», λέει ο Κλάουζεβιτς, και το ίδιο ισχύει για τον πολιτικό ανταγωνισμό σε όλες του τις παραλλαγές.

Ακόμη και αν ο σκοπός της αντιπαράθεσης είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, η απλή απόκρουση των χτυπημάτων αντίκειται στη φύση του ανταγωνισμού, και όποιος δεν κάνει προσπάθειες για να ανταποδώσει τα χτυπήματα ρισκάρει την ήττα και τη συνθηκολόγηση.

Ακολουθώντας τη στρατηγική της απόλυτης άμυνας, η ελληνική κυβέρνηση αντί να ανταποδώσει κάποια πλήγματα, κάνοντας χρήση του όπλου της απειλής, καλούσε ασταμάτητα τους «εταίρους» στο δρόμο της λογικής, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης, των επενδύσεων, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και αναζητούσε το αδύνατο, δηλαδή λύσεις βασισμένες στον ορθό λόγο, λύσεις «συμφέρουσες σε όλους». Απέναντι στο γυμνό συμφέρον του χρήματος, που τώρα θριαμβεύει παντού χωρίς προσχήματα και ιδεολογικά ενδύματα, η ελληνική κυβέρνηση αντιπαράθεσε την ιδεολογία την οποία άλλοτε αυτό το ίδιο το γυμνό χρήμα, το κεφάλαιο, ήταν αναγκασμένο να ενδύεται για να γίνεται ανεκτή η ύπαρξή του από τις κοινωνικές υποτελείς τάξεις - μια ιδεολογία που τώρα αυτό έχει εγκαταλείψει ως ξεπερασμένο εργαλείο της εξουσίας του. Εκεί όπου αποφασίζει η ισχύς των απειλών, η ελληνική κυβέρνηση θυμήθηκε τους ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα υποτιθέμενα ιδανικά που θα έπρεπε αυτή να ενσαρκώνει και τα επικαλέστηκε μπροστά σε εμβρόντητους πολέμαρχους του κεφαλαίου που δικαιολογημένα θα νόμιζαν ότι ακούν τις φωνές των προγόνων τους.

Το στρατηγικό λάθος της απόλυτης άμυνας και η πλάνη πως ο αντίπαλος είναι εταίρος, ανάγεται στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πλευρά ευθύς εξαρχής κατανόησε τη φύση της αντίθεσης και της διαπραγμάτευσης: σαν μια διαπραγμάτευση υπεράνω ταξικών αντιθέσεων, σαν ένα παιχνίδι επιχειρημάτων όπου θα θριάμβευε η λογική. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ η ένταση μεταξύ των δύο πλευρών όδευε ταχύτατα προς το ανώτατο σημείο της, ο Γιάνης Βαρουφάκης θεώρησε καλό να κάνει δήλωση ταξικής συμφιλίωσης στο εσωτερικό της χώρας και ταύτισης των συμφερόντων εργασίας και κεφαλαίου στην παρούσα συγκυρία (https://www.youtube.com/watch?v=nWZqeli4KfQ). Η δήλωση καθεαυτή είναι μεν ασήμαντης πολιτικής αξίας, πλην όμως αποτελεί σύμπτωμα μιας πολύ σοβαρής ανεπάρκειας: της θεωρητικής ανεπάρκειας της στενής ηγετικής ομάδας να κατανοήσει την ταξική φύση της ίδιας της Ευρωζώνης, επομένως την ταξική φύση της διαπραγμάτευσης, επομένως τη φύση του «πολέμου».

Η Ευρωζώνη είναι μια ατελής νομισματική ένωση, χωρίς τα χαρακτηριστικά μιας ομοσπονδιακής ολοκλήρωσης που θα είχε ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά του ενιαίου κράτους. Αυτή η ατελής ολοκλήρωση της Ευρωζώνης δίνει τη δυνατότητα στις κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις να μεταφέρουν στις εθνικές αγορές εργασίας ολόκληρη την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού και να ασκούν στις εργαζόμενες τάξεις το εκβιαστικό δίλημμα «χαμηλότεροι μισθοί, λιγότερα δικαιώματα και μικρότερο κοινωνικό κράτος ή ανεργία». Στην πραγματικότητα πρόκειται για εκβιασμό βασισμένο σε μια μπλόφα, αφού στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν ωθείται από τις μειώσεις, αλλά από τις αυξήσεις των μισθών. Αυτό το παιχνίδι του εκβιασμού, της επιβολής της λιτότητας, των εισοδηματικών ανισοτήτων και της ανεργίας δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί σε μια τέλεια νομισματική ένωση, σαν και αυτές που υπάρχουν στο εσωτερικό εθνικών ομοσπονδιακών κρατών. Ο εκβιασμός έχει ισχύ μόνο σε μια ατελή, μισοτελειωμένη, νομισματική ένωση σαν και αυτή της Ευρωζώνης. Δεν είναι δύσκολο, μάλιστα, να αποδείξουμε ότι αυτή η νομισματική ένωση είναι σχεδιασμένη εξαρχής ώστε να επιτρέπει την μπλόφα και τον εκβιασμό.

Η εγγενής αστάθεια της ευρωζώνης

Αυτό όμως το μαχαίρι κόβει και από τις δυο μεριές. Η ατελής ολοκλήρωση της Ευρωζώνης, ακριβώς επειδή είναι ατελής, ακριβώς επειδή δεν είναι μια αυθεντική οικονομική και νομισματική ένωση, κρίνεται διαρκώς από τις χρηματοπιστωτικές αγορές ως προς τη συνοχή της και τη σταθερότητά της. Κρίνεται διαρκώς η ικανότητά της να δένει σε ένα και μοναδικό άρμα εθνικούς καπιταλισμούς με διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά χωρίς να δημιουργεί τριβές μεταξύ τους. Κρίνεται επίσης για την ικανότητά της να τιθασεύσει τις εργατικές τάξεις που παραμένουν διαιρεμένες στα στενά σύνορα κάθε ξεχωριστής χώρας μέλους, να μπλοφάρει και να ασκεί αποτελεσματικά τον εκβιασμό «χαμηλότεροι μισθοί, λιγότερα δικαιώματα και μικρότερο κοινωνικό κράτος ή ανεργία». Πρόκειται επομένως για νομισματική ένωση που φέρει την εγγενή δυνατότητα των επαναλαμβανόμενων κρίσεων αξιοπιστίας ως προς τη συνοχή της και την ταξική της αξία, δηλαδή την πολιτική της ισχύ έναντι των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Γι’ αυτούς τους λόγους, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αποτελεί απειλή πρώτου μεγέθους για την ενότητα και τη νομιμοποίηση της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης με τα σημερινά της χαρακτηριστικά.

Αυτή η εγγενής αστάθεια της ατελούς νομισματικής ένωσης και η δυνατότητα επαναλαμβανόμενων κρίσεων αξιοπιστίας που απορρέει από την ανολοκλήρωτη ένωση, υπονομεύουν την ισχύ των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων έναντι των όποιων «αντάρτικων» δυνάμεων, και ορίζουν το πεδίο μιας διαπραγμάτευσης, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση. Σε μια τέτοια διαπραγμάτευση, το σχετικό βάρος που πρέπει να ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών -αντιδράσεις που μπορούν να επιφέρουν μεγάλες ζημιές στη μια είτε στην άλλη πλευρά. Αυτό όμως δεν έγινε από τη δική μας πλευρά, που εγκλωβίστηκε στη στρατηγική της απόλυτης άμυνας, αλλά μόνον από τους αντιπάλους μας - με τα γνωστά αποτελέσματα, της βαθμιαίας εξάντλησης των εφεδρικών δυνάμεων που διέθετε η ελληνική κυβέρνηση.

Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε πια είναι πως η αδιαλλαξία του ίδιου του αντιπάλου θα προσγειώσει την ελληνική κυβέρνηση στο έδαφος των πραγματικών αντιθέσεων, στο πεδίο της ισχύος, των απειλών και των πληγμάτων, θα την απαλλάξει έστω την τελευταία στιγμή από τις αυταπάτες της σχετικά με τη φύση της διαπραγμάτευσης, θα εγκαταλείψει τη γραμμή της απόλυτης άμυνας και θα αναγκαστεί να προχωρήσει στην πρώτη επιθετική κίνηση, αφήνοντας απλήρωτο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις 5 Ιουνίου.

Τι είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση;

18 May 2015 13:18 Filed in: ηγεμονία
tati-playtime-cubicles
Οι λέξεις, μέσα στον πολιτικό,
ιδεολογικό και φιλοσοφικό αγώνα είναι όπλα,
εκρηκτικά, ηρεμηστικά ή δηλητήριο.

Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις 1976

Υπάρχει μια πλούσια μαρξιστική παράδοση που αναφέρεται στους παραγωγικούς μετασχηματισμούς του καπιταλισμού, είτε στην κλίμακα της επιχείρησης είτε στην κλίμακα της συνολικής οικονομίας. Ο παραγωγικός μετασχηματισμός, στην παράδοση αυτή, νοείται με την διευρυμένη έννοια που περιλαμβάνει αλλαγές σε περισσότερες βαθμίδες της κοινωνίας -διότι η διαδικασία παραγωγής του συνολικού κεφαλαίου δεν περιλαμβάνει μόνο τους κλάδους παραγωγής και τις επιχειρήσεις, αλλά και την αγορά εργασίας και τις νομικές ρυθμίσεις που διέπουν την λειτουργίας της, τις αγορές προϊόντων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την κρατική διαχείριση του χρήματος και της εργασιακής δύναμης, τις μορφές ιδιοκτησίας, τις παραγωγικές σχέσεις κλπ. Εάν θέσουμε, λοιπόν, στην μαρξιστική θεωρητική παράδοση το ερώτημα "τι είναι παραγωγική ανασυγκρότηση" θα πάρουμε, νομίζω, την απάντηση ότι αυτή περιλαμβάνει σειρά στοιχείων:

1. Είναι καταρχάς, ένα παραγωγικό μοντέλο, δηλαδή η ιδιαίτερη μορφή που παίρνει το παραγωγικό σύστημα στα πλαίσια του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού: μια καθορισμένη κλαδική σύνθεση παραγωγικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν μεταξύ τους λιγότερο ή περισσότερο επωφελείς διακλαδικές σχέσεις, μια ενδοκλαδική σύνθεση επιχειρήσεων (μέγεθος επιχειρήσεων, συνθήκες του ενδοκλαδικού ανταγωνισμού κλπ.), μια καθορισμένη σχέση μεταξύ του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής και αντικειμένων κατανάλωσης, μια καθορισμένη σχέση μεταξύ ενός τομέα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και ενός τομέα που στρέφει τις πωλήσεις του στην εσωτερική αγορά, και άλλα.
2. Είναι οι μορφές ιδιοκτησίας υπό τις οποίες θα μπορεί στο εξής να διεξάγεται η παραγωγική δραστηριότητα.
3. Είναι ένας βασικός κανόνας για τη πρωτογενή διανομή του εισοδήματος (κέρδη / μισθοί) αλλά και για την διάθεση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος (κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα, φόροι επί των κερδών, καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων, ποσοστό επένδυσης κλπ) και έναν βασικό κανόνα για την δευτερογενή διανομή του εισοδήματος (φύση, μέγεθος και χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους).
4. Ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών προϊόντων το οποίο θα εξυπηρετεί τους δύο βασικούς κανόνες διανομής του προϊόντος (μορφές ανταγωνισμού, διαμόρφωση των τιμών και των περιθωρίων κέρδους, λειτουργίες και μορφές ιδιοκτησίας του τραπεζικού συστήματος κλπ).
5. Ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και των αγορών εργασίας το οποίο θα υπηρετεί τον βασικό κανόνα για την πρωτογενή διανομή του προϊόντος.
6. Μια ρύθμιση για τις μορφές χρήματος και τις χρηματοοικονομικές ροές που εξυπηρετούν τις επενδύσεις στις επιθυμητές παραγωγικές δραστηριότητες αλλά και τον βασικό κανόνα πρωτογενούς διανομής του προϊόντος.
7. Οι μορφές κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
8. Οι μορφές οργάνωσης της εργασίας στο εσωτερικό των μονάδων παραγωγής και τον τύπο διοίκησης των επιχειρήσεων που θα εξυπηρετούν τους παραπάνω στόχους.
9. Η μορφή κοινωνικού κράτους (του οποίου το μέγεθος και οι επιμέρους μορφές πρέπει να προσδιοριστούν).
10. Ο τρόπος ένταξης στη διεθνή οικονομία (βαθμός εξωστρέφειας, διεθνής παραγωγική εξειδίκευση της ελληνικής οικονομίας, εμπορικές, χρηματιστικές και νομισματικές σχέσεις κλπ).
11. Μια ρύθμιση για τη σχέση των παραγωγικών δραστηριοτήτων με το περιβάλλον και τις πολεοδομικές επιλογές.
12. Μια οργάνωση των συναινέσεων, των κοινωνικών συμβιβασμών και των κοινωνικών καταναγκασμών, ώστε να διασφαλίζεται διαρκώς η συμβατότητα του συνόλου των αποκεντρωμένων αποφάσεων που λαμβάνονται στη σφαίρα της μικρο-οικονομίας, από τις επιχειρήσεις, τα εργατικά σωματεία, τα νοικοκυριά των εργαζόμενων τάξεων, τους εισοδηματίες, τις τράπεζες κλπ χωρίς να απαιτείται από αυτούς η εσωτερίκευση της μακροοικονομικής λογικής ή του γενικού συμφέροντος.
13. Ένα μακροοικονομικό καθεστώς, δηλαδή μια σύνθεση των ροών που δημιουργούν τα υπόλοιπα στοιχεία του καθεστώτος συσσώρευσης (όπως αναφέρονται παραπάνω στα σημεία 1 έως 11) σε μια αλληλουχία ενάρετων οικονομικών κύκλων ώστε να συγκροτούν ενιαία διαδικασία ανατροφοδοτούμενης μεγέθυνσης της απασχόλησης και μείωσης της ανεργίας (επομένως αύξησης του ΑΕΠ) υπό συνθήκες διατήρησης των βασικών μακροοικονομικών ανισορροπιών και των βασικών κοινωνικών συμβιβασμών εντός ανεκτών ορίων.
14. Ένα σχέδιο ταξικών συμμαχιών που καθιστούν εφικτή τη συγκρότηση των παραπάνω στοιχείων σε λειτουργικό σύστημα.
15. Έναν γενικό πολιτικό στόχο, ο οποίος βρίσκεται τρόπον τινά "στο τιμόνι της διακυβέρνησης".

Αυτό το τελευταίο στοιχείο, ο πολιτικός στόχος, αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο που διευθύνει τα υπόλοιπα. Εάν π.χ. ο πολιτικός στόχος υπακούει στην αντίληψη της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας ότι η αύξηση της παραγωγής, των επενδύσεων, των κερδών είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης και της συμμετοχής του εργαζόμενων τάξεων στο "μέρισμα της ανάπτυξης", τότε οι αλλαγές που θα γίνουν στα στοιχεία του παραγωγικού μετασχηματισμού που απαριθμήσαμε παραπάνω θα εξυπηρετούν αυτήν την αντίληψη. Άλλος θα είναι ο χαρακτήρας των αλλαγών σε αυτήν την περίπτωση και άλλος θα είναι στην περίπτωση που ο πολιτικός στόχος υπακούει στην αντίληψη ότι η αποκατάσταση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους αποτελούν προϋποθέσεις για την μεγέθυνση του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της συμμετοχής της άρχουσας τάξης στο "μέρισμα της ανάπτυξης". Άλλες θα είναι π.χ. οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και την εργασιακή νομοθεσία στην πρώτη περίπτωση και άλλες θα είναι στην δεύτερη.
Επομένως, κάθε συγκεκριμένος παραγωγικός μετασχηματισμός έχει το χρώμα που του προσδίδει το πολιτικό σχέδιο, έχει πολιτικό πρόσημο, άρα οφείλει να έχει συγκεκριμένο προσδιορισμό: Εάν υπακούει στην αντίληψη ότι η αποκατάσταση του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας και του κοινωνικού κράτους είναι προϋποθέσεις για την μεγέθυνση του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της συμμετοχής της άρχουσας τάξης στο "μέρισμα της ανάπτυξης", τότε πρόκειται για έναν αριστερό ριζοσπαστικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Εάν υπακούει στην αντίληψη "η ανάπτυξη είναι προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κοινωνικής κρίσης", τότε πρόκειται για έναν κεντροαριστερό εξωραϊστικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Εάν λείπει ο πολιτικός προσδιορισμός και μιλάμε γενικώς για παραγωγική ανασυγκρότηση ή παραγωγικό μετασχηματισμό, πάμε σε "ραντεβού στα τυφλά" με την Ιστορία.

Ταξικό δημοψήφισμα, και μετά πρόγραμμα εθνικής σωτηρίας;

07 July 2015 16:14 Filed in: ηγεμονία
179707-15507606
Δημοσιεύθηκε στο rproject.

Στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος έγινε κάτι πολύ σπάνιο: είδαμε το άρχον συγκρότημα να αναδύεται από τον ωκεανό της σύγχυσης και της θολούρας που συνήθως το καλύπτει, είδαμε τις κοινωνικές του τάξεις, τις μερίδες τάξεων, τις ομάδες και τα λόμπι που το συγκροτούν, από τον κυνικό ΣΕΒ, τα στελέχη των μεγάλων εταιρειών και τους άπληστους εμποράκους, τη νεολαία των start-up και του lifestyle, έως τις μικροαστές κατσαρόλες και τους kapo της εργασιακής ιεραρχίας, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας του κέρδους και της ισχύος, και όλους τους παρόμοιους, να παλεύουν σαν ένας άνθρωπος, όχι μόνο για το βραχυπρόθεσμο, αλλά και για το μακροπρόθεσμο ταξικό συμφέρον τους, που είναι η διατήρηση και η εμπέδωση του καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που επιβλήθηκε και ρίζωσε στη διάρκεια της μνημονιακής πενταετίας και είναι έτοιμο τώρα να λειτουργήσει - σαν μια καινούργια κρεατομηχανή που δεν έχει όμως ακόμη τροφοδοσία.

Στο δημοψήφισμα, ο κόσμος του ΝΑΙ ήταν ο κοινωνικός συνασπισμός εξουσίας που έγινε ξαφνικά ορατός στο γυμνό μάτι, χωρίς τις μάσκες του «έθνους», της «Ελλάδας», των «Ελλήνων» και του «ελληνικού λαού». Ένας ολόκληρος λαός, ο δικός μας λαός, το συγκρότημα των υποτελών κοινωνικών τάξεων, οι άνεργοι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η νεολαία, είδαν διά γυμνού οφθαλμού τον εχθρικό λαό, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα, ενωμένο από το ταξικό τους μίσος και το ιδεολογικό τσιμέντο της ιδιοκτησίας, του κεφαλαίου και της απληστίας, να αγωνίζεται σαν ένας και μοναδικός άνθρωπος, σαν ένα και μοναδικό πρόσωπο.

Ο «λαός του κεφαλαίου»

Αυτός ο λαός δεν είναι μια μικρή μειοψηφία, όπως θα ήθελε η εθνικο-λαϊκή Αριστερά. Είναι ένα σημαντικό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας, που αν σκαλίσουμε τις σχετικές στατιστικές θα βρούμε ότι είναι κάτι μεταξύ του 1/4 και του 1/3 της ελληνικής κοινωνίας, ανάλογα με τις ταξικές μετακινήσεις που επιβάλλει η μία ή η άλλη ιστορική συγκυρία. Πρόκειται για εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που δεν συγκεντρώνει μόνον όσους ανήκουν οργανικά στην αστική τάξη, όπως οι ίδιοι οι καπιταλιστές, τα στελέχη των μεγάλων επιχειρήσεων, οι εμποράκοι και ένα μέρος της τρίτης ηλικίας που κρατάει στα χέρια της τα μεγάλα ή μικρά περιουσιακά στοιχεία της μιας ή της άλλης οικογένειας, αλλά και μερίδες της μικροαστικής τάξης που η τάξη των καπιταλιστών τις κρατάει κάτω από την ομπρέλα της ανανεώνοντας κάθε τόσο τις ταξικές συμμαχίες μαζί τους. Συγκεντρώνει ακόμη, αυτός ο λαός του κεφαλαίου, και μερίδες των υποτελών κοινωνικών τάξεων με ιστορικούς δεσμούς αίματος που φτάνουν πίσω στη χούντα και στον εμφύλιο, αλλά και με οικονομικούς δεσμούς παραχώρησης υπολειμμάτων του οικονομικού πλεονάσματος, δηλαδή της υπεραξίας.

Αυτός ο ταξικός γαλαξίας του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας επιβεβαίωσε τη συνοχή του στη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου: Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που δεν ζημιώθηκε στη διάρκεια της κρίσης ή ζημιώθηκε λίγο ή το αρχικό επίπεδο διαβίωσης που είχε ήταν τόσο υψηλό ώστε οι ζημιές δεν έ&theta